Κώδικας

ΚΩΔΙΚΑΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ ΕΚΤΑΣΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

Άρθρο 1 Έκταση εφαρμογής

  1. Στις διατάξεις του παρόντος Κώδικα υπάγονται οι δικαστικοί υπάλληλοι.
  2. Δικαστικοί υπάλληλοι είναι: οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ΠΡΟΣΟΝΤΑ ΚΑΙ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ

Άρθρο 2 Ιθαγένεια

Μόνο Έλληνες πολίτες διορίζονται δικαστικοί υπάλληλοι. Εξαιρέσεις επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που προβλέπονται από ειδικούς νόμους. Όποιος αποκτά την ελληνική ιθαγένεια με πολιτογράφηση δεν μπορεί να διοριστεί δικαστικός υπάλληλος πριν συμπληρωθούν τρία (3) έτη από την κτήση της ιθαγένειας.

Άρθρο 3 Όριο ηλικίας

Δικαστικός υπάλληλος μπορεί να διοριστεί όποιος έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο (21ό) έτος και δεν έχει υπερβεί το τριακοστό (30ό) έτος της ηλικίας του, όταν πρόκειται για κατάληψη θέσεων με τυπικό προσόν απολυτήριο τίτλο υποχρεωτικής ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και το τριακοστό πέμπτο (35ο) έτος, όταν πρόκειται για κατάληψη θέσεων με τυπικό προσόν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ειδικές εξαιρέσεις διορισμού δικαστικών υπαλλήλων, κατά παρέκκλιση των παραπάνω ορίων ηλικίας, μπορεί να θεσπίζονται, μόνο εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί υπηρεσιακοί λόγοι, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, μετά γνώμη της Ομοσπονδίας Δικαστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (Ο.Δ.Υ.Ε.) ή και του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση. Για τη συμπλήρωση των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στην παράγραφο 1, ως ημέρα γέννησης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου για το κατώτατο και η 31η Δεκεμβρίου για το ανώτατο όριο. Η ηλικία αποδεικνύεται από το δελτίο της αστυνομικής ταυτότητας ή, σε περίπτωση αμφισβήτησης, από τη ληξιαρχική πράξη γέννησης που έχει συνταχθεί μέσα σε ενενήντα (90) ημέρες από τη γέννηση. Αν δεν υπάρχει τέτοια πράξη, η ηλικία αποδεικνύεται από το μητρώο αρρένων για τους άνδρες και από το γενικό μητρώο για τις γυναίκες. Αν υπάρχουν περισσότερες εγγραφές στο οικείο μητρώο, επικρατεί η πρώτη χρονολογικά εγγραφή. Διόρθωση της εγγραφής, με οποιονδήποτε τρόπο, δεν λαμβάνεται υπόψη. Για τους άγαμους ή χήρους ή διαζευγμένους γονείς που έχουν την επιμέλεια τέκνου, το ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού αυξάνεται κατά ένα (1) έτος για κάθε τέκνο αλλά όχι περισσότερο από δύο (2) έτη συνολικά.

Άρθρο 4 Εκπλήρωση στρατιωτικών υποχρεώσεων

Για το διορισμό σε θέση δικαστικού υπαλλήλου, ο υποψήφιος απαιτείται:

α) να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές, ή β) εφόσον έχει αναγνωριστεί ως αντιρρησίας συνείδησης, να έχει εκπληρώσει, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις της στρατολογικής νομοθεσίας, άοπλη θητεία ή εναλλακτική πολιτική κοινωνική υπηρεσία.

Άρθρο 5 Υγεία

Για το διορισμό σε θέση δικαστικού υπαλλήλου, ο υποψήφιος απαιτείται να έχει υγεία και αρτιμέλεια που του επιτρέπουν την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης, την οποία πρόκειται να καταλάβει, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Η υγεία και η αρτιμέλεια του υποψήφιου δικαστικού υπαλλήλου πιστοποιούνται από τις υγειονομικές επιτροπές και με τη διαδικασία που
προβλέπεται για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους. Οι υγειονομικές επιτροπές αποφαίνονται με βάση παραπεμπτικό έγγραφο, στο οποίο περιγράφονται από την υπηρεσία, σε γενικές γραμμές, τα καθήκοντα των αντίστοιχων θέσεων. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Υγείας και Πρόνοιας, μπορεί να καθορίζονται οι παθήσεις και οι βλάβες που αποτελούν κώλυμα διορισμού και κάθε σχετική λεπτομέρεια για την πιστοποίηση της υγείας και αρτιμέλειας του υποψήφιου δικαστικού υπαλλήλου.

 Άρθρο 6 Κωλύματα διορισμού

1. Δεν διορίζεται δικαστικός υπάλληλος:

α) όποιος καταδικάστηκε για κακούργημα ή σε οποιαδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση κοινή και στην υπηρεσία, απάτη, εκβίαση, πλαστογραφία, απιστία δικηγόρου, δωροδοκία, καταπίεση, απιστία στην υπηρεσία, παράβαση καθήκοντος, συκοφαντική δυσφήμιση καθ’ υποτροπή, καθώς και για οποιοδήποτε έγκλημα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής,

β) όποιος αποστερήθηκε των πολιτικών του δικαιωμάτων λόγω καταδίκης του και για όσο χρόνο διαρκεί η ποινή της στέρησης,

γ) όποιος έχει παραπεμφθεί με τελεσίδικο βούλευμα ή με απευθείας κλήση για κακούργημα ή με τελεσίδικο βούλευμα για πλημμέλημα που αναφέρεται στην περίπτωση α, ακόμη και αν το έγκλημα παραγράφηκε,

δ) όποιος καταδικάστηκε αμετάκλητα σε ποινή στερητική της ελευθερίας, διάρκειας μεγαλύτερης από ένα (1) έτος, για έγκλημα που πηγάζει από δόλο,

ε) όποιος τελεί υπό στερητική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή υπό επικουρική δικαστική συμπαράσταση (πλήρη ή μερική) ή υπό καθεστώς συνδυασμού των δύο προηγούμενων,

στ) όποιος απολύθηκε από δημόσια υπηρεσία ή υπηρεσία νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή δημόσια επιχείρηση ή οργανισμό κοινής ωφελείας, λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης ή καταγγελίας της σύμβασης εξαιτίας πειθαρχικού παραπτώματος.

2. Η αποκατάσταση και η χάρη δεν αίρουν την ανικανότητα για διορισμό, εκτός αν το κώλυμα έχει αρθεί με προεδρικό διάταγμα απονομής χάριτος που εκδόθηκε κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του Συντάγματος.

Άρθρο 7 Χρόνος συνδρομής προϋποθέσεων διορισμού

Ο υποψήφιος δικαστικός υπάλληλος πρέπει να έχει τα προσόντα διορισμού κατά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της αίτησης συμμετοχής του στη διαδικασία διορισμού και κατά την ημέρα δημοσίευσης της πράξης διορισμού. Το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη των κωλυμάτων διορισμού. Το ανώτατο όριο ηλικίας διορισμού αρκεί να μην έχει συμπληρωθεί κατά το πρώτο, από τα παραπάνω, χρονικό σημείο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ – ΑΝΑΛΗΨΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ

Άρθρο 8 Πλήρωση θέσεων

Ο προγραμματισμός για την πλήρωση των κενών θέσεων στις γραμματείες και υπηρεσίες των δικαστηρίων και εισαγγελιών γίνεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, σε ετήσια βάση, μετά γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η πλήρωση των θέσεων δικαστικών υπαλλήλων γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν για τους υπαλλήλους των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών, με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων. Η εξεταστέα ύλη στους διαγωνισμούς για την πλήρωση θέσεων δικαστικών υπαλλήλων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία μπορεί να προβλέπονται συντελεστές, με βάση τους οποίους υπολογίζεται η βαθμολογία στις επί μέρους δοκιμασίες. Η εξεταστέα ύλη μπορεί να διαφοροποιείται αναλόγως και προς τον τομέα ή κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, στον οποίο ανήκουν οι θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, μπορεί να ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα που είναι αναγκαίο προκειμένου να καταστεί δυνατή η εφαρμογή, για την πλήρωση θέσεων δικαστικών υπαλλήλων, της αντίστοιχης διαδικασίας που προβλέπεται για τις θέσεις των δημόσιων διοικητικών υπηρεσιών και να θεσπίζονται οι απολύτως αναγκαίες για το σκοπό αυτόν διαφοροποιήσεις.

Άρθρο 9 Πράξη διορισμού

Ο δικαστικός υπάλληλος διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με την ίδια απόφαση ο διοριζόμενος τοποθετείται σε γραμματεία ή υπηρεσία δικαστηρίου ή εισαγγελίας. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο τοποθέτηση γίνεται ύστερα από απόφαση του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, εκτός αν η διαδικασία, με βάση την οποία επιλέγεται ο διοριζόμενος, αφορά την πλήρωση θέσεων στη γραμματεία ή υπηρεσία ορισμένου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή αν κατά τη διαδικασία αυτή καθορίζεται κατά τρόπο υποχρεωτικό η θέση, την οποία θα καταλάβει ο επιλεγόμενος.

Άρθρο 10 Κοινοποίηση διορισμού

Η πράξη διορισμού κοινοποιείται το αργότερο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη δημοσίευση της, με έγγραφο που επιδίδεται στο διοριζόμενο. Για την επίδοση συντάσσεται αποδεικτικό. Στο έγγραφο αυτό ορίζεται και εύλογη προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβαίνει τις είκοσι (20) ημέρες, για την ορκωμοσία του διοριζομένου και την ανάληψη υπηρεσίας. Αν δεν ορίζεται προθεσμία, θεωρείται ότι έχει ταχθεί προθεσμία είκοσι (20) ημερών. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί, για εξαιρετικούς λόγους, ύστερα από αίτηση του διοριζομένου, μόνο μία φορά, για χρονικό διάστημα έως τεσσάρων (4) μηνών. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1, η πράξη διορισμού θεωρείται ότι κοινοποιήθηκε την εξηκοστή (60ή) ημέρα από τη δημοσίευση της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Από την ημέρα αυτή αρχίζει η προθεσμία για την ορκωμοσία του διοριζόμενου και την ανάληψη της υπηρεσίας. Το χρονικό διάστημα από τη δημοσίευση της πράξης διορισμού έως την ανάληψη υπηρεσίας θεωρείται ως χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εφόσον η ανάληψη της υπηρεσίας έγινε μέσα στην εικοσαήμερη προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 11 Ορκωμοσία

1. Η υπαλληλική σχέση καταρτίζεται με το διορισμό και την αποδοχή του από το διοριζόμενο.

2. Η αποδοχή δηλώνεται με την ορκωμοσία.

Άρθρο 12 Τύπος του όρκου

1. Ο όρκος έχει ως εξής:

«Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Πατρίδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου».

2. Όποιος δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος, του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχει την εξής διαβεβαίωση:

«Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδηση μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Πατρίδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου».

3. Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος δίνει τον επόμενο όρκο:

«Ορκίζομαι να έχω πίστη στην Ελλάδα, να υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και να ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου».

4. Αλλοδαπός που διορίζεται ως δικαστικός υπάλληλος και δηλώνει ότι δεν πρεσβεύει καμία θρησκεία και εκείνος του οποίου η θρησκεία δεν επιτρέπει τον όρκο, παρέχουν την εξής διαβεβαίωση:

«Επικαλούμαι την τιμή και τη συνείδηση μου και διαβεβαιώνω ότι θα έχω πίστη στην Ελλάδα, θα υπακούω στο Σύνταγμα και στους νόμους της και θα ασκώ ευσυνείδητα τα καθήκοντα μου».

Άρθρο 13 Ανάληψη υπηρεσίας

Δεν επιτρέπεται η ανάληψη υπηρεσίας πριν την ορκωμοσία. Οι υπάλληλοι των δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους ορκίζονται ενώπιον του οικείου δικαστηρίου, σε δημόσια συνεδρίαση. Οι υπάλληλοι της γραμματείας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ορκίζονται ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ορκωμοσία βεβαιώνεται με πρακτικό. Η ανάληψη υπηρεσίας πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία τοποθετείται ο δικαστικός υπάλληλος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ – ΑΝΑΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Άρθρο 14 Ανάκληση διορισμού

1. Η πράξη διορισμού ανακαλείται αν ο διοριζόμενος δεν τον αποδέχτηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς λόγω της παρέλευσης άπρακτων, από υπαιτιότητα του, των προθεσμιών που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 10.

2. Η πράξη διορισμού που εκδόθηκε κατά παράβαση νόμου μπορεί να ανακληθεί μέσα σε μία διετία από τη δημοσίευση της. Ανακαλείται όμως και μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, αν αυτός που διορίστηκε προκάλεσε ή υποβοήθησε την παρανομία ή αν ο διορισμός έγινε κατά παράβαση του άρθρου 2 ή 6.

3. Ο δικαστικός υπάλληλος, του οποίου ο διορισμός ανακλήθηκε κατά την προηγούμενη παράγραφο, υπέχει τις ευθύνες δικαστικού υπαλλήλου για το χρόνο, κατά τον οποίο άσκησε τα καθήκοντα του. Οι πράξεις, τις οποίες ενήργησε ο δικαστικός αυτός υπάλληλος έως την ανάκληση του διορισμού του, είναι έγκυρες.

Άρθρο 15 Αναδιορισμός

1. Δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε λόγω σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας επιτρέπεται να αναδιοριστεί, σε ομοιόβαθμη θέση με αυτήν που κατείχε, εφόσον: α) είχε τουλάχιστον τριετή υπηρεσία δικαστικού υπαλλήλου, β) υπέβαλε αίτηση αναδιορισμού μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πέντε (5) ετών από την παύση του από την υπηρεσία, γ) έχει όλα το τυπικά προσόντα, που απαιτούνται για την κατάληψη της θέσης κατά το χρόνο του αναδιορισμού, εκτός από την ηλικία

2. Ο αναδιορισμός γίνεται ύστερα από γνωμοδότηση της οικείας υγειονομικής επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται η αποκατάσταση της σωματικής ή πνευματικής του ικανότητας και η δυνατότητα του να ασκεί κανονικά τα καθήκοντα του. Ο δικαστικός υπάλληλος παραπέμπεται στην υγειονομική επιτροπή μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αναδιορισμού.

3. Επιτρέπεται επίσης ο αναδιορισμός δικαστικού υπαλλήλου, του οποίου ανακλήθηκε ο διορισμός για παράβαση του άρθρου 6 περιπτώσεις α’ ή γ’, εφόσον μετά την ανάκληση ο υπάλληλος αυτός απαλλάχτηκε από την κατηγορία με αμετάκλητη απόφαση ή με αμετάκλητο βούλευμα. Ο αναδιορισμός στην περίπτωση αυτή γίνεται ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, που υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) έτους από τότε που θα καταστεί αμετάκλητη η απόφαση του δικαστηρίου ή το βούλευμα, και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περίπτωσης γ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

4. Για τον αναδιορισμό αποφασίζει το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Ο δικαστικός υπάλληλος αναδιορίζεται με το βαθμό τον οποίο έφερε κατά το χρόνο της παύσης του ή της ανάκλησης του διορισμού του. Αν δεν υπάρχει κατά το χρόνο του αναδιορισμού κενή θέση, καταλαμβάνει προσωποπαγή θέση που συνιστάται με την πράξη αναδιορισμού.

5. Οι διατάξεις των άρθρων 9 έως και 13 ισχύουν και για τον αναδιορισμό.

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΤΟΜΕΙΣ – ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ – ΚΛΑΔΟΙ – ΒΑΘΜΟΙ

Άρθρο 16 Τομείς

Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατατάσσονται στους παρακάτω τομείς:

α) Τομέας υπαλλήλων του Συμβουλίου της Επικρατείας,

β) Τομέας υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών,

γ) Τομέας υπαλλήλων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια,

δ) Τομέας υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

Άρθρο 17 Κατηγορίες

Οι θέσεις των δικαστικών υπαλλήλων κάθε τομέα κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες:

α) κατηγορία θέσεων πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΠΕ,

β) κατηγορία θέσεων τεχνολογικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΤΕ,

γ) κατηγορία θέσεων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΔΕ, και

δ) κατηγορία θέσεων υποχρεωτικής εκπαίδευσης, με χαρακτηριστικά στοιχεία ΥΕ.

Άρθρο 18 Κλάδοι – Ειδικότητες

1. Οι θέσεις κάθε κατηγορίας κατατάσσονται στους εξής κλάδους και ειδικότητες:

α) Κατηγορία ΠΕ:

αα. Κλάδος ΠΕ Γραμματέων

αβ. Κλάδος ΠΕ Πληροφορικής, με ειδικότητες:

-Επιστήμης των Υπολογιστών και

-Μηχανικών Η/Υ

αγ. Κλάδος ΠΕ Μηχανικών, με ειδικότητες:

-Πολιτικών Μηχανικών

-Ηλεκτρολόγων – Μηχανολόγων
αδ. Κλάδος ΠΕ Οικονομολόγων

αε. Κλάδος ΠΕ Οικονομολόγων – Λογιστών

αστ. Κλάδος ΠΕ Μεταφραστών – Διερμηνέων

β) Κατηγορία ΤΕ:

βα. Κλάδος ΤΕ Γραμματέων

ββ. Κλάδος ΤΕ Πληροφορικής, με ειδικότητες:

-Πληροφορικής και

-Ηλεκτρονικών Υπολογιστικών Συστημάτων
βγ. Κλάδος ΤΕ Ελεγκτών Τεχνολόγων

βδ. Κλάδος ΤΕ Βιβλιοθηκονόμων

γ) Κατηγορία ΔΕ: γα. Κλάδος ΔΕ Γραμματέων γβ. Κλάδος ΔΕ Δακτυλογράφων-Χειριστών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών γγ. Κλάδος ΔΕ Πληροφορικής γδ. Κλάδος ΔΕ Μεταφραστών-Διερμηνέων γε. Κλάδος ΔΕ Οδηγών γστ. Κλάδος ΔΕ Ταξινομούν

δ) Κατηγορία ΥΕ:

δα. Κλάδος ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων δβ. Κλάδος ΥΕ Φυλάκων δγ. Κλάδος ΥΕ Καθαριστριών.

2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ορίζεται ο αριθμός των οργανικών θέσεων των κλάδων και ειδικοτήτων που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο, για κάθε τομέα του άρθρου 16. Με όμοιο προεδρικό διάταγμα μπορεί να καταργούνται, να συγχωνεύονται ή να μετονομάζονται οι παραπάνω κλάδοι και ειδικότητες ή να συνιστώνται νέοι κλάδοι και ειδικότητες. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου επιτρέπεται η κατάργηση ή ανακατανομή οργανικών θέσεων των καταργούμενων ή συγχωνευόμενων κλάδων.

Άρθρο 19 Τυπικά προσόντα

Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΠΕ ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα τμήματος ή σχολής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής. Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΤΕ ορίζεται το πτυχίο σχολής τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος ή άλλης αναγνωρισμένης ανώτερης σχολής της ημεδαπής ή ισότιμο της αλλοδαπής. Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΔΕ ορίζεται απολυτήριος τίτλος λυκείου ή ισότιμος τίτλος άλλου σχολείου ή τίτλος τεχνικής επαγγελματικής σχολής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ή ισότιμος τίτλος άλλης σχολής. Τυπικό προσόν διορισμού σε θέσεις της κατηγορίας ΥΕ ορίζεται απολυτήριος τίτλος υποχρεωτικής εκπαίδευσης. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται οι ειδικότεροι τίτλοι σπουδών που απαιτούνται για κάθε κλάδο κα ειδικότητα, ορίζονται τυχόν πρόσθετα ειδικά προσόντα, ο τρόπος, με τον οποίο αποδεικνύεται η συνδρομή τους και τα καθήκοντα κάθε κλάδου της ίδιας ή διαφορετικής κατηγορίας και ρυθμίζεται κάθε σχετικό θέμα. Έως ότου εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην παράγραφο 5, ως προς τα τυπικά προσόντα διορισμού στους κλάδους του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται οι ισχύουσες ειδικές για δικαστικούς υπαλλήλους διατάξεις ή, αν δεν υπάρχουν, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

Άρθρο 20 Βαθμολογική κλίμακα

1. Οι θέσεις των κατηγοριών Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) κατατάσσονται σε πέντε (5) συνολικά βαθμούς, ως ακολούθως:

Βαθμός Α’

Βαθμός Β ‘

Βαθμός Γ’

Βαθμός Δ’

Βαθμός Ε’.

Εισαγωγικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Δ’ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Ε ‘. Για τους αποφοίτους της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης εισαγωγικός είναι ο βαθμός Β. Καταληκτικός βαθμός των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ είναι ο βαθμός Α ‘ και της κατηγορίας ΥΕ ο βαθμός Β ‘. Οι θέσεις όλων των βαθμών των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ, ΔΕ και ΥΕ είναι, σε κάθε κατηγορία, οργανικά ενιαίες. Μεταξύ υπαλλήλων του ίδιου βαθμού δεν υπάρχει αρχαιότητα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ (ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ) ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

Άρθρο 21 Δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια

1. Ως υπηρεσιακά και πειθαρχικά συμβούλια για τους δικαστικούς υπαλλήλους λειτουργούν τα παρακάτω δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια:

α) Πενταμελές σε κάθε εφετείο και σε κάθε διοικητικό εφετείο, και

β) Πενταμελές και επταμελές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στον Άρειο Πάγο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

2. Τα παραπάνω συμβούλια αποφασίζουν για την προ αγωγή, τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση, μετάταξη των δικαστικών υπαλλήλων, την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. Επίσης αποφασίζουν ή γνωμοδοτούν για κάθε άλλο θέμα υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, για το οποίο απαιτείται κατά νόμο απόφαση ή γνωμοδότηση, αντιστοίχως, υπηρεσιακού συμβουλίου.

Άρθρο 22 Συγκρότηση και λειτουργία δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων

  1. Τα πενταμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια Εφετείου ή Διοικητικού Εφετείου συγκροτούνται από το νεότερο Πρόεδρο Εφετών, ως πρόεδρο, και τέσσερις (4) εφέτες, ως μέλη. Τα μέλη, με ισάριθμους αναπληρωτές, αναδεικνύονται με κλήρωση, που γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση μεταξύ όλων των εφετών που υπηρετούν στο οικείο εφετείο ή διοικητικό εφετείο. Αν οι υπηρετούντες εφέτες δεν επαρκούν, αναδεικνύονται με την ίδια διαδικασία, ως τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του συμβουλίου, πρόεδροι πρωτοδικών της εφετειακής περιφέρειας και, εφόσον και αυτοί δεν επαρκούν, πρωτοδίκες, που υπηρετούν στην έδρα του οικείου εφετείου.
  2. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου αναπληρώνεται από τον αμέσως αρχαιότερο του πρόεδρο εφετών. Αν δεν υπάρχει άλλος πρόεδρος εφετών, ο πρόεδρος αναπληρώνεται από το αρχαιότερο μέλος του συμβουλίου, τη θέση του οποίου καταλαμβάνει αναπληρωματικό μέλος.
  3. Τα πενταμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτούνται από το νεότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, και τέσσερα (4) μέλη, τα οποία κληρώνονται, με ισάριθμους αναπληρωτές, μεταξύ όλων των συμβούλων της επικρατείας η των αρεοπαγιτών ή των συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως. Για την αναπλήρωση του προέδρου εφαρμόζεται αναλόγως η παράγραφος 2.
  4. Τα επταμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου συγκροτούνται από τον αρχαιότερο αντιπρόεδρο, ως πρόεδρο, και έξι (6) μέλη, τα οποία κληρώνονται με ισάριθμους αναπληρωτές, μεταξύ όλων των συμβούλων επικρατείας ή των αρεοπαγιτών ή των συμβούλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αντιστοίχως, εκτός από εκείνους που έχουν κληρωθεί ως μέλη του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, ο πρόεδρος των παραπάνω συμβουλίων αναπληρώνεται από τον αμέσως νεότερο του αντιπρόεδρο.
  5. Η κλήρωση των μελών των παραπάνω συμβουλίων γίνεται το μήνα Ιούνιο κάθε έτους και η θητεία τους αρχίζει την 1η Ιουλίου του ίδιου έτους και λήγει την 30ή Ιουνίου του επομένου. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τα κατά το άρθρο 90 του Συντάγματος Ανώτατα Δικαστικά Συμβούλια.
  6. Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις του πενταμελούς και επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, που αφορούν τους υπαλλήλους του τομέα των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, λαμβάνονται ύστερα από γνώμη του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, ο οποίος μπορεί να την υποβάλει εγγράφως και να παραστεί για να την αναπτύξει και προφορικώς.
  7. Χρέη γραμματέα των παραπάνω συμβουλίων ασκεί δικαστικός υπάλληλος με Β’ τουλάχιστον βαθμό του δικαστηρίου, στο οποίο λειτουργεί το συμβούλιο, οριζόμενος με τον αναπληρωτή του από τον προϊστάμενο της γραμματείας.
  8. Τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια συνεδριάζουν στο κατάστημα του αντίστοιχου δικαστηρίου.
  9. Τα πρωτοβάθμια δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια αποφαίνονται ύστερα από ερώτημα του Υπουργού Δικαιοσύνης.
  10. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων ενώπιον των συμβουλίων, καλούνται υποχρεωτικά πριν πέντε (5) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών και έχουν δικαίωμα να παρίστανται και να εκφράζουν γνώμη δύο αιρετοί εκπρόσωποι των δικαστικών υπαλλήλων, στους οποίους μαζί με την κλήση κοινοποιείται και η ημερήσια διάταξη. Αν δεν κληθούν νομότυπα, κατά το προηγούμενο εδάφιο, οι αιρετοί εκπρόσωποι, η συζήτηση αναβάλλεται.
  11. Κατά τις συνεδριάσεις των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων τηρούνται πρακτικά.
  12. Οι αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων εκδίδονται μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος και υποβάλλονται χωρίς καθυστέρηση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης με αντίγραφο του οικείου πρακτικού.
  13. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται οι προϋποθέσεις για την εκλογιμότητα των αιρετών εκπροσώπων, η διαδικασία για την εκλογή τους, η θητεία τους, οι περιπτώσεις και η διαδικασία αντικατάστασης τους κατά τη διάρκεια της θητείας τους και κάθε σχετικό θέμα.

Άρθρο 23 Αρμοδιότητα δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων

1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 5 του παρόντος άρθρου και κάθε άλλης ειδικής διάταξης, τα πενταμελή δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια των εφετείων και διοικητικών εφετείων επιλαμβάνονται σε πρώτο βαθμό για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης, επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων τμημάτων και για τις πειθαρχικές υποθέσεις των δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στις γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών της περιφέρειας τους.

2. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας υπάγονται: α) οι υπάλληλοι της γραμματείας του για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης, επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων και για τις πειθαρχικές υποθέσεις τους, β) οι υπάλληλοι της γραμματείας των διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια για θέματα μετάθεσης ή απόσπασης από την περιφέρεια ενός διοικητικού εφετείου σε άλλη ή απόσπασης στη γραμματεία του Συμβουλίου Επικρατείας και για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών του εδαφίου αυτού. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από διαφωνία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγή δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων των πενταμελών δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων των διοικητικών εφετείων.

3. Το επταμελές δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από διαφωνία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγή δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του ίδιου δικαστηρίου που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό.

4.Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Αρείου Πάγου υπάγονται: α) οι υπάλληλοι της γραμματείας του δικαστηρίου αυτού και της γραμματείας της εισαγγελίας του για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης, επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων και για τις πειθαρχικές υποθέσεις τους. β) οι υπάλληλοι της γραμματείας των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους για θέματα μετάθεσης ή απόσπασης από την περιφέρεια ενός εφετείου σε άλλη ή στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ή της εισαγγελίας του και για την επιλογή και τοποθέτηση προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων και διευθύνσεων των υπηρεσιών του εδαφίου αυτού. Το συμβούλιο αυτό αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από διαφωνία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγή δικαστικών υπαλλήλων κατά των αποφάσεων των πενταμελών δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων των εφετείων.

5. Το επταμελές δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο του Αρείου Πάγου αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από διαφωνία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγή δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του ίδιου δικαστηρίου που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό.

6. Στην αρμοδιότητα του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Ελεγκτικού Συνεδρίου υπάγονται οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και οι υπάλληλοι της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο για κάθε θέμα υπηρεσιακής κατάστασης, επιλογής και τοποθέτησης προϊσταμένων οργανικών μονάδων και για τις πειθαρχικές τους υποθέσεις.

7. Το επταμελές δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποφασίζει σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από διαφωνία του Υπουργού Δικαιοσύνης ή προσφυγή δικαστικού υπαλλήλου κατά των αποφάσεων του πενταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του ίδιου δικαστηρίου.

8. Αρμόδιο για τους υπαλλήλους της γραμματείας της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι το πενταμελές δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Άρθρο 24 Δεύτερος βαθμός κρίσης

1. Οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων κοινοποιούνται, με επιμέλεια του γραμματέα του συμβουλίου, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση τους στο δικαστικό υπάλληλο που κρίθηκε δυσμενώς και διαβιβάζονται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ειδικά οι αποφάσεις που αφορούν την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων δεν κοινοποιούνται στους δικαστικούς υπαλλήλους, αλλά τοιχοκολλώνται, μέσα στην ίδια προθεσμία, στο κατάστημα του δικαστηρίου, στο οποίο λειτουργεί το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο που εξέδωσε την απόφαση. Για την τοιχοκόλληση συντάσσεται πρακτικό.

2. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αν διαφωνεί με απόφαση της πρωτοβάθμιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή με γνωμοδότηση του, που κατά νόμο απαιτείται να είναι σύμφωνη, μπορεί μέσο σε είκοσι (20) ημέρες από την ημερομηνία περιέλευσης στο Υπουργείο Δικαιοσύνης της απόφασης η γνωμοδότησης να παραπέμψει το ερώτημα στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο για κρίση σε δεύτερο βαθμό.

3. Δικαστικός υπάλληλος που κρίθηκε δυσμενώς δικαιούται να ασκήσει προσφυγή κατά της απόφασης ή γνωμοδότησης του πρωτοβάθμιου συμβουλίου. Η προσφυγή ασκείται με κατάθεση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί ο προσφεύγων, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίηση ή, αν στρέφεται κατά απόφασης επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων, από την τοιχοκόλληση. Ο προϊστάμενος αποστέλλει την προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την κατάθεση της και μέσα στην ίδια προθεσμία διαβιβάζει αντίγραφο της στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.

4. Δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση, ο γραμματέας του δευτεροβάθμιου συμβουλίου κοινοποιεί αντίγραφο του ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης ή της προσφυγής στους δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν έννομο συμφέρον να αντικρούσουν το ερώτημα αυτό ή την προσφυγή. Οι δικαστικοί αυτοί υπάλληλοι δικαιούνται να υποβάλουν υπόμνημα στο γραμματέα του συμβουλίου πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση.

5. Ο δικαστικός υπάλληλος που υπέβαλε προσφυγή ή υπόμνημα σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο δικαιούται να παραστεί αυτοπροσώπως ή με δικηγόρο ενώπιον του δευτεροβάθμιου συμβουλίου για να αναπτύξει και προφορικώς τις απόψεις του.

6. Το δευτεροβάθμιο συμβούλιο εκδίδει την απόφαση του μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από τη λήψη της προσφυγής ή του ερωτήματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ

Άρθρο 25 Υπηρεσιακές συνελεύσεις δικαστικών υπαλλήλων

1. Σε κάθε δικαστήριο και εισαγγελία, καθώς και στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια λειτουργεί υπηρεσιακή συνέλευση που αποτελείται από όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4.

2. Στην υπηρεσιακή συνέλευση προεδρεύει ο δικαστικός υπάλληλος που διευθύνει τις υπηρεσίες της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας. Σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος του, προεδρεύει ο νόμιμος αναπληρωτής του.

3. Η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται από τον πρόεδρο της ή, σε περίπτωση έλλειψης, απουσίας ή κωλύματος του, από τον αναπληρωτή του, τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος. Κατά τη συνέλευση αυτή συζητούνται υποχρεωτικά τα θέματα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α’, β’ και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 26. Συγκαλείται επίσης υποχρεωτικώς: α) δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν τη συνεδρίαση της ολομέλειας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας, και β) αν το ζητήσουν περισσότεροι από το 1/3 των μελών της με αίτηση τους προς τον πρόεδρο της συνέλευσης, με την οποία προτείνονται τα θέματα και ο εισηγητής. Στην περίπτωση αυτή η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται υποχρεωτικώς από τον πρόεδρο μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και έχει ως θέματα ημερήσιας διάταξης εκείνα που προτείνονται με την αίτηση.

4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζεται η συγκρότηση, ο τρόπος λειτουργίας και κάθε θέμα σχετικό με την υπηρεσιακή συνέλευση των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Για τους υπαλλήλους αυτούς μπορεί να προβλέπονται με την ίδια απόφαση και περισσότερες από μία υπηρεσιακές συνελεύσεις

Άρθρο 26 Αρμοδιότητα υπηρεσιακής συνέλευσης

Στην αρμοδιότητα της υπηρεσιακής συνέλευσης ανήκουν:

α. Η υποβολή προτάσεων:

αα) για τον προγραμματισμό των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας,

ββ) για την κατάρτιση, συμπλήρωση, τροποποίηση, αντικατάσταση ή κατάργηση διατάξεων του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας του δικαστηρίου η της εισαγγελίας,

γγ) για τα κριτήρια επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για τη συμμετοχή σε επιτροπές, συμβούλια και κάθε είδους συλλογικά διοικητικά όργανα που προβλέπονται από το νόμο ή τον κανονισμό του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας.

β. Η αξιολόγηση των εργασιών της γραμματείας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας.

γ. Η συζήτηση επί των εκθέσεων των προϊσταμένων των οργανικών μονάδων, στις οποίες περιέχονται διαπιστώσεις και προτάσεις για την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της μονάδας, της οποίας προΐστανται,

δ. Κάθε θέμα, το οποίο ανατίθεται στην υπηρεσιακή συνέλευση από ειδικές διατάξεις.

 

Άρθρο 27 Σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης

  1. Η πρόσκληση για τη σύγκληση της υπηρεσιακής συνέλευσης, με τα θέματα της ημερήσιας
    διάταξης, τοιχοκολλάται στα οικεία δικαστικά καταστήματα, με επιμέλεια του προέδρου της δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης. Ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης υποχρεούται να έχει στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου μέλους τις εισηγήσεις και τα πληροφοριακά στοιχεία που υπάρχουν για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης. Τα θέματα της ημερήσιας διάταξης εισηγείται ο πρόεδρος της υπηρεσιακής συνέλευσης ή μέλος της, που ορίζεται από τον ίδιο, ή το μέλος που έχει προταθεί με την αίτηση σύγκλησης της συνέλευσης που υποβλήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 25.
  2. Στην υπηρεσιακή συνέλευση καλούνται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία της συνεδρίασης και μπορούν να παρίστανται: α) ο πρόεδρος και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης ή ο δικαστικός λειτουργός που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, β) ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και ο γενικός γραμματέας της οικείας συνδικαλιστικής οργάνωσης των δικαστικών υπαλλήλων ή τρεις εκπρόσωποι τους, που ορίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της συνδικαλιστικής οργάνωσης και γ) εκπρόσωπος του οικείου δικηγορικού συλλόγου, ο οποίος ορίζεται από το διοικητικό συμβούλιο του συλλόγου. Οι ανωτέρω μπορούν να υποβάλλουν έγγραφες προτάσεις, τις οποίες, εφόσον το επιθυμούν, αναπτύσσουν αμέσως μετά την εισήγηση.
  3. Η υπηρεσιακή συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία όταν είναι παρόντα περισσότερα από τα μισά της μέλη. Αν δεν υπάρχει απαρτία, η υπηρεσιακή συνέλευση συγκαλείται πάλι την πέμπτη εργάσιμη ημέρα από την αρχική ημερομηνία συνεδρίασης και συνεδριάζει με όσα μέλη παρίστανται.
  4. Οι αποφάσεις της υπηρεσιακής συνέλευσης λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Αν δεν σχηματιστεί απόλυτη πλειοψηφία, επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία μεταξύ των δύο επικρατέστερων γνωμών.
  5. Σε κάθε υπηρεσιακή συνέλευση τηρούνται πρακτικά με ευθύνη του προέδρου της. Για το σκοπό αυτόν, στην αρχή της συνεδρίασης ορίζονται από τον πρόεδρο, ως γραμματείς, δύο από τα μέλη της υπηρεσιακής συνέλευσης.
  6. Τα πρακτικά και οι αποφάσεις υπογράφονται από τον πρόεδρο και τους γραμματείς της υπηρεσιακής συνέλευσης και αποστέλλονται στον Υπουργό Δικαιοσύνης, στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, στον πρόεδρο και τα μέλη του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης ή στο δικαστικό λειτουργό που διευθύνει το δικαστήριο ή την εισαγγελία, στον οικείο δικηγορικό σύλλογο, στην οικεία πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση δικαστικών υπαλλήλων, στην οικεία ένωση δικαστικών λειτουργών και στην ΟΔΥΕ.

ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Άρθρο 28 Δικαίωμα ελεύθερης έκφρασης

  1. Η έκφραση των πολιτικών, φιλοσοφικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων και των επιστημονικών απόψεων και η υπηρεσιακή κριτική των πράξεων της προϊσταμένης αρχής αποτελούν δικαίωμα των δικαστικών υπαλλήλων που τελεί υπό την εγγύηση του Κράτους. Καμία διάκριση δεν επιτρέπεται να γίνεται στους δικαστικούς υπαλλήλους λόγω των πεποιθήσεων ή των απόψεων τους ή της υπηρεσιακής κριτικής πράξεων της προϊσταμένης αρχής.
  2. Οι δικαστικοί υπάλληλοι δεν επιτρέπεται να εκδηλώνουν ή να διαδίδουν τις πολιτικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές τους πεποιθήσεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή χρησιμοποιώντας την ιδιότητα τους, ούτε να κάνουν διακρίσεις σε όφελος ή σε βάρος των πολιτών εξαιτίας των πεποιθήσεων τους.

Άρθρο 29 Συνδικαλιστικά δικαιώματα

  1. Η συνδικαλιστική ελευθερία και η ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων διασφαλίζονται στους δικαστικούς υπαλλήλους.
  2. Οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν ελευθέρως, τηρώντας τις διατάξεις του νόμου, να ιδρύουν συνδικαλιστικές οργανώσεις, να γίνονται μέλη τους και να ασκούν τα συνδικαλιστικά τους
    δικαιώματα.
  3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα προσφυγής σε απεργία για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών, κοινωνικών και ασφαλιστικών συμφερόντων τους. Το δικαίωμα της απεργίας ασκείται σύμφωνα με το νόμο που το ρυθμίζει.
  4. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις διαπραγματεύονται ή διαβουλεύονται με τις αρμόδιες αρχές για τους όρους και τις συνθήκες εργασίας των μελών τους.

Άρθρο 30 Δικαίωμα άσκησης καθηκόντων

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να εκτελεί τα καθήκοντα του κλάδου, στον οποίο ανήκει, ή της ειδικότητας του.
  2. Σε περίπτωση επιτακτικών υπηρεσιακών αναγκών, που δεν μπορούν να καλυφθούν με άλλο τρόπο, επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό υπάλληλο καθηκόντων άλλου κλάδου ή ειδικότητας. Η ανάθεση γίνεται με απόφαση του προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας για χρονικό διάστημα έως τρεις (3) μήνες. Ο χρόνος της ανάθεσης αυτής μπορεί να παραταθεί με όμοια απόφαση, ύστερα από σύμφωνη, αιτιολογημένη, γνώμη, του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου για χρονικό διάστημα έως έξι (6) ακόμη μηνών.

 

Άρθρο 31 Μισθός και εν γένει αποδοχές

  1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται μισθό και κάθε άλλου είδους αμοιβές και απολαβές που καθορίζονται από τις διατάξεις που εκάστοτε ισχύουν. Επίσης δικαιούνται κάθε είδους αμοιβές και απολαβές, που προβλέπονται από ειδικές διατάξεις λόγω της φύσης της εργασίας τους.
  2. Η αξίωση του δικαστικού υπαλλήλου για το μισθό αρχίζει με την ανάληψη υπηρεσίας και παύει με τη λύση της υπαλληλικής σχέσης.
  3. Η αξίωση για πλήρη μισθό του δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος ανακαλείται από την κατάσταση της διαθεσιμότητας ή της αργίας, αρχίζει από την επαναφορά του στην υπηρεσία.
  4. Μετά τη λήξη του χρόνου αναρρωτικής άδειας ή διαθεσιμότητας, και εφόσον εκκρεμεί διαδικασία απόλυσης του δικαστικού υπαλλήλου λόγω ανίατης νόσου, καταβάλλεται ο μισθός της διαθεσιμότητας, μέχρις ότου λυθεί η υπαλληλική σχέση.
  5. Οι αποδοχές που παρέχονται μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, σύμφωνα με τη συνταξιοδοτική νομοθεσία, δεν επηρεάζονται από τις διατάξεις της παραγράφου 2.
  6. Μισθός δεν οφείλεται για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο ο δικαστικός υπάλληλος από υπαιτιότητα του, δεν εργάστηκε. Στην περίπτωση αυτή η περικοπή του μισθού ενεργείται με πράξη του αρμόδιου για την εκκαθάριση των αποδοχών οργάνου, το οποίο οφείλει να ειδοποιήσει ο προϊστάμενος της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος.

Κατά της πράξης αυτής, η οποία κοινοποιείται με απόδειξη στο δικαστικό υπάλληλο, επιτρέπεται προσφυγή που ασκείται μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση ενώπιον του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Κατά της απόφασης του συμβουλίου αυτού δεν χωρεί προσφυγή στο δευτεροβάθμιο συμβούλιο.

 

Άρθρο 32 Χρόνος καταβολής αποδοχών

  1.  Οι αποδοχές των δικαστικών υπαλλήλων προκαταβάλλονται κάθε δεκαπενθήμερο.
  2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται
    διαφορετικά ο χρόνος καταβολής των αποδοχών.

 

Άρθρο 33 Ανώτατο όριο απολαβών

  1. Οι κάθε είδους πρόσθετες απολαβές των δικαστικών υπαλλήλων δεν μπορεί να είναι κατά μήνα ανώτερες από το σύνολο των αποδοχών της οργανικής τους θέσης.
  2. Τα οδοιπορικά έξοδα και η αποζημίωση για υπηρεσία εκτός έδρας, τα έξοδα μετακίνησης εκτός γραφείου για εκτέλεση υπηρεσίας εντός της έδρας και κάθε αποζημίωση που δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος για δαπάνη που αποδεδειγμένα πραγματοποιεί για την εκτέλεση υπηρεσίας δεν υπάγονται στον περιορισμό της παραγράφου 1.

Άρθρο 34 Έξοδα μετάθεσης, απόσπασης και πρώτης εγκατάστασης

Ως προς την κάλυψη των δαπανών και την αποζημίωση των δικαστικών υπαλλήλων που μετακινούνται εντός και εκτός της επικράτειας εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

Άρθρο 35 Υγειονομική περίθαλψη. Έξοδα κηδείας

  1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα να εξασφαλίζεται στους ίδιους και στις οικογένειες
    τους υγειονομική περίθαλψη που περιλαμβάνει νοσοκομειακή, ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη.
  2. Η υπηρεσία έχει υποχρέωση να καταβάλει τα έξοδα κηδείας των δικαστικών υπαλλήλων, των συζύγων και των τέκνων τους, εφόσον αυτά προστατεύονται και συντηρούνται από αυτούς, Από τα έξοδα αυτά εκπίπτει κάθε ποσό που καταβάλλεται για την ίδια αιτία από ασφαλιστικό οργανισμό ή από οποιονδήποτε άλλο φορέα.
  3. Ως προς τους φορείς, τις προϋποθέσεις και τον τρόπο παροχής υγειονομικής περίθαλψης
    στο δικαστικό υπάλληλο και στα μέλη της οικογένειας του που δικαιούνται την περίθαλψη, τη
    συμμετοχή του στις σχετικές δαπάνες, καθώς και ως προς τις προϋποθέσεις, το ύψος και τον
    τρόπο καταβολής των εξόδων κηδείας, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για
    τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 36 Διαρκής επιμόρφωση

  1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι ανεξάρτητα από την κατηγορία, τον κλάδο ή την ειδικότητα τους, έχουν δικαίωμα επιμόρφωσης κατά το διάστημα της σταδιοδρομίας τους, πέρα από τα προγράμματα, τα οποία παρακολουθούν κατά τη δοκιμαστική υπηρεσία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65.
  2. Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη να μεριμνά για την επιμόρφωση των δικαστικών υπαλλήλων. Η συμμετοχή των δικαστικών υπαλλήλων σε προγράμματα επιμόρφωσης μπορεί να ορίζεται και ως υποχρεωτική.
  3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου, ορίζεται το περιεχόμενο των προγραμμάτων επιμόρφωσης, η διάρκεια τους, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός χαρακτήρας της παρακολούθησης, τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθεται η επιμόρφωση, τα κριτήρια, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιλογής των δικαστικών υπαλλήλων για την παρακολούθηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης, ο τρόπος ελέγχου της παρακολούθησης από τους δικαστικούς υπαλλήλους των προγραμμάτων και της επίδοσης τους, οι κυρώσεις σε περίπτωση μη παρακολούθησης ή ελλιπούς παρακολούθησης και κάθε σχετικό θέμα.

 

Άρθρο 37 Άδειες απουσίας – Αρμοδιότητα χορήγησης

  1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι δικαιούνται άδειες απουσίας από την υπηρεσία τους, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα.
  2. Οι άδειες, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, χορηγούνται από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας. Για τους υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου οι άδειες χορηγούνται ύστερα από γνώμη του άμεσου προϊσταμένου του υπαλλήλου και του προϊσταμένου της υπηρεσίας διοικητικού του δικαστηρίου αυτού.

 

Άρθρο 38 Κανονικές άδειες

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος έχει συμπληρώσει πραγματική υπηρεσία ενός (1) έτους, δικαιούται σε κάθε ημερολογιακό έτος κανονική άδεια απουσίας είκοσι πέντε (25) εργάσιμων ημερών.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να προσαυξάνεται έως πέντε (5) εργάσιμες ημέρες η διάρκεια της κανονικής άδειας για τους δικαστικούς υπαλλήλους που υπηρετούν στις παραμεθόριες περιοχές.
  3. Η κανονική άδεια χορηγείται υποχρεωτικώς στο δικαστικό υπάλληλο κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους.
  4. Με αιτιολογημένη πράξη, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παραγράφου 2 του προηγούμενου άρθρου, επιτρέπεται να μη χορηγείται, να περιορίζεται ή να ανακαλείται η κανονική άδεια, προκειμένου να αντιμετωπιστούν έκτακτες ανάγκες της υπηρεσίας. Η άδεια που δεν χορηγήθηκε κατ’ εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται υποχρεωτικά το επόμενο έτος. Από το χρόνο της κανονικής άδειας αφαιρείται ο χρόνος κάθε αδικαιολόγητης απουσίας.

 

Άρθρο 39 Απουσία κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών

Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν στις γραμματείες των δικαστηρίων και εισαγγελιών έχουν κατά την περίοδο των δικαστικών διακοπών δικαίωμα απουσίας από την εργασία δέκα (10) εργάσιμες ημέρες. Η απουσία εγκρίνεται με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας και κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 37.

 

Άρθρο 40 Άδειες μητρότητας

1. Στις υπαλλήλους χορηγείται άδεια μητρότητας με πλήρεις αποδοχές δύο (2) μήνες πριν και πέντε (5) μήνες μετά τον τοκετό. Η άδεια λόγω κυοφορίας χορηγείται ύστερα από βεβαίωση του θεράποντος ιατρού για τον πιθανολογούμενο χρόνο τοκετού.

2. Όταν ο τοκετός πραγματοποιείται σε χρόνο μεταγενέστερα από αυτόν που είχε πιθανολογηθεί αρχικά, η άδεια που έχει χορηγηθεί παρατείνεται μέχρι την πραγματική ημερομηνία του τοκετού, με αντίστοιχη μείωση του χρόνου της άδειας που χορηγείται μετά τον τοκετό.

3. Στις κυοφορούσες υπαλλήλους, που έχουν ανάγκη ειδικής κατ’ οίκον θεραπείας πέρα από το όριο της αναρρωτικής άδειας με αποδοχές, χορηγείται άδεια με πλήρεις αποδοχές, εφόσον υποβληθεί σχετική βεβαίωση του θεράποντος ιατρού και διευθυντή γυναικολογικής ή μαιευτικής κλινικής ή τμήματος δημόσιου νοσηλευτικού ιδρύματος.

4. Σε περίπτωση πρόωρου τοκετού με νεκρό κύημα, χορηγείται στη δικαστική υπάλληλο άδεια είκοσι (20) ημερών με πλήρεις αποδοχές, εφόσον αυτή έχει εξαντλήσει τα χρονικά όρια της αναρρωτικής άδειας.

5. Στις υπαλλήλους που υιοθετούν τέκνο χορηγείται άδεια έξι (6) μηνών με πλήρεις αποδοχές μέσα στο πρώτο εξάμηνο μετά την περάτωση της διαδικασίας της υιοθεσίας και εφόσον το υιοθετούμενο τέκνο είναι ηλικίας έως έξι (6) ετών.

 

Άρθρο 41 Γονικές άδειες

1. Στο γονέα δικαστικό υπάλληλο που έχει τέκνο ηλικίας έως έξι (6) ετών χορηγείται υποχρεωτικά, ύστερα από αίτηση του, γονική άδεια ανατροφής του τέκνου έως δύο (2) έτη, χωρίς αποδοχές. Ο χρόνος της άδειας αυτής δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, Δεν δικαιούται γονική άδεια ο δικαστικός υπάλληλος, αν ο άλλος γονέας δεν εργάζεται ή κάνει χρήση γονικής άδειας. Επίσης δεν χορηγείται η άδεια αυτή, αν ο δικαστικός υπάλληλος στερείται της επιμέλειας του τέκνου. Η άδεια αυτή χορηγείται μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας κατά τις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 40.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει τέκνα που παρακολουθούν μαθήματα πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δικαιούται, ύστερα από αίτηση του που εγκρίνεται από τον άμεσο προϊστάμενο του, να απουσιάσει έως πέντε (5) ημέρες κάθε σχολικό έτος, για την παρακολούθηση της σχολικής τους επίδοσης.

 

Άρθρο 42 Εκπαιδευτικές άδειες

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ζητήσει άδεια μετεκπαίδευσης έως ένα (1) έτος, που μπορεί να παραταθεί έως έξι (6) μήνες. Η μετεκπαίδευση μπορεί να πραγματοποιηθεί, με βάση συγκεκριμένο πρόγραμμα, σε δικαστήρια, υπηρεσίες, εκπαιδευτικά ιδρύματα και άλλους φορείς ή οργανισμούς δημόσιους ή ιδιωτικούς, στην Ελλάδα η το εξωτερικό.
  2. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται επίσης να ζητήσει άδεια για την παρακολούθηση μεταπτυχιακών σπουδών σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα ή το εξωτερικό. Η άδεια αυτή δεν επιτρέπεται να υπερβεί τα δύο (2) έτη, αν ο κύκλος σπουδών είναι ενός (1) έτους, ή τα τρία (3) έτη, αν η διάρκεια του είναι δύο (2) ετών.
  3. Εκπαιδευτική άδεια κατά τις προηγούμενες παραγράφους χορηγείται σε δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία και δεν έχουν υπερβεί το 50ό έτος της ηλικίας τους.
  4. Οι παραπάνω εκπαιδευτικές άδειες χορηγούνται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου και σύμφωνη γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, το οποίο λαμβάνει υπόψη τη συνάφεια του περιεχομένου της μετεκπαίδευσης ή των μεταπτυχιακών σπουδών με το αντικείμενο της υπηρεσίας του δικαστικού υπαλλήλου, την υπηρεσιακή επίδοση, τις γνώσεις, τα τυπικά προσόντα και την ηλικία του, καθώς και τις ανάγκες της υπηρεσίας. Ειδικά για τη χορήγηση άδειας για μετεκπαίδευση ή μεταπτυχιακές σπουδές σε χώρα του εξωτερικού, απαιτείται πολύ καλή γνώση της γλώσσας της χώρας αυτής.
  5. Εκπαιδευτική άδεια χορηγείται υποχρεωτικά, αν ο δικαστικός υπάλληλος έχει λάβει υποτροφία από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών. Υποτροφία που έχει χορηγηθεί στο δικαστικό υπάλληλο από άλλο ίδρυμα ή οργανισμό, ελληνικό, διεθνή ή αλλοδαπό, ή από αλλοδαπή κυβέρνηση, συνεκτιμάται από το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο για τη χορήγηση της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άρνηση χορήγησης της άδειας πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς.
  6. Ο δικαστικός υπάλληλος, στον οποίο χορηγείται εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση ή
    μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εσωτερικό, λαμβάνει πλήρεις τις αποδοχές του προσαυξημένες
    κατά 15%. Αν κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεώνεται να παραμένει εκτός της έδρας της υπηρεσίας του, η προσαύξηση των αποδοχών του μπορεί να ανέλθει έως 75%, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Κατά τον καθορισμό του ύψους της προσαύξησης λαμβάνεται ιδίως υπόψη ο αριθμός των μελών της οικογένειας του.
  7. Στο δικαστικό υπάλληλο, στον οποίο χορηγείται εκπαιδευτική άδεια για μετεκπαίδευση ή
    μεταπτυχιακή εκπαίδευση στο εξωτερικό, καταβάλλονται οι αποδοχές του αυξημένες στο διπλάσιο.
  8. Οι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προσαυξήσεις των αποδοχών μειώνονται κατά το μέρος που καλύπτονται από υποτροφία ή άλλου είδους σχετική χρηματική αμοιβή ή αποζημίωση, που τυχόν χορηγείται στο δικαστικό υπάλληλο.
  9. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται οδοιπορικά έξοδα για την αρχική μετάβαση του και την επιστροφή του μετά τη λήξη της άδειας.
  10. Η εκπαιδευτική άδεια μπορεί να ανακαλείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη, ειδικώς αιτιολογημένη, γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού ) συμβουλίου, για λόγους που σχετίζονται με την επίδοση του κατά τη μετεκπαίδευση ή τις μεταπτυχιακές σπουδές, καθώς και για ενέργειες που δεν συμβιβάζονται με την ιδιότητα του ως δικαστικού υπαλλήλου και θίγουν το κύρος της υπηρεσίας του.
  11. Μετά τη λήξη της εκπαιδευτικής άδειας ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να παραμείνει στην υπηρεσία για χρονικό διάστημα τριπλάσιο της διάρκειας της άδειας. Αν δεν εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να επιστρέψει τις αποδοχές που έλαβε κατά το χρόνο της άδειας. Στην περίπτωση αυτή ο χρόνος της άδειας δεν υπολογίζεται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.
  12. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορούν να καθορίζονται οι ειδικότερες υποχρεώσεις του δικαστικού υπαλλήλου κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής άδειας, ο τρόπος ελέγχου της τήρησης των υποχρεώσεων αυτών και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση μπορεί να καθοριστεί και η διαδικασία για τη διαπίστωση της γνώσης της ξένης γλώσσας που απαιτείται κατά την παράγραφο 4.

 

Άρθρο 43 Αναρρωτικές άδειες

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που είναι ασθενής ή χρειάζεται να αναρρώσει δικαιούται αναρρωτική άδεια με πλήρεις αποδοχές διάρκειας τόσων μηνών όσα είναι τα έτη της υπηρεσίας του, μετ’ αφαίρεση του συνόλου των αναρρωτικών αδειών που τυχόν έχει λάβει κατά την προηγούμενη πενταετία. Δικαστικός υπάλληλος με υπηρεσία μικρότερη από τρία (3) έτη δικαιούται αναρρωτική άδεια τριών (3) μηνών εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις. Για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου χρόνος υπηρεσίας έξι (6) μηνών θεωρείται ως πλήρες έτος.

2. Αναρρωτική άδεια χορηγούμενη χωρίς διακοπή δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα (12) μήνες.

3. Στις περιπτώσεις δυσίατων νοσημάτων η διάρκεια της αναρρωτικής άδειας, την οποία δικαιούται ο δικαστικός υπάλληλος, είναι διπλάσια από τα όρια που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2.

4. Στο χρόνο της αναρρωτικής άδειας συνυπολογίζονται και οι ημέρες απουσίας λόγω ασθενείας του δικαστικού υπαλλήλου, που προηγήθηκαν της άδειας.

5. Ως προς τη διαδικασία διαπίστωσης της ασθένειας, τον τρόπο χορήγησης της αναρρωτικής άδειας και τον καθορισμό των δυσίατων νοσημάτων, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 44 Ειδικές άδειες

  1. Σε δικαστικό υπάλληλο που φοιτά σε σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα της δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χορηγείται, ύστερα από αίτηση του, άδεια έως είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή του σε εξετάσεις. Η άδεια αυτή χορηγείται συνεχώς ή τμηματικώς κατά τη διάρκεια των εξεταστικών περιόδων για όσα έτη απαιτούνται κατά σχολή για τη λήψη του οικείου τίτλου σπουδών και για τρεις (3) ακόμη εξεταστικές περιόδους.
  2. Χορηγείται άδεια έως δέκα (10) εργάσιμων ημερών ανά διετία, με πλήρεις αποδοχές, ύστερα από αίτηση του, σε δικαστικό υπάλληλο, ο οποίος λαμβάνει μέρος σε διαγωνισμό ή εξετάσεις για να λάβει υποτροφία ή για να επιλεγεί για φοίτηση σε κύκλους μεταπτυχιακών σπουδών σε θέματα που σχετίζονται με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, καθώς και σε εκείνον, ο οποίος συμμετέχει σε συνέδρια, σεμινάρια και κάθε είδους συναντήσεις επιστημονικού χαρακτήρα, εφόσον η συμμετοχή του κρίνεται επωφελής για την υπηρεσία.
  3. Χορηγείται στο δικαστικό υπάλληλο άδεια απουσίας, με πλήρεις αποδοχές, τριών (3) εργάσιμων ημερών όταν συνάπτει γάμο, δύο (2) εργάσιμων ημερών όταν αποκτά τέκνο και τριών (3) εργάσιμων ημερών σε περίπτωση θανάτου συζύγου, ή συγγενούς, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και δεύτερου βαθμού.
  4. Δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος πάσχει ή έχει σύζυγο ή τέκνο που πάσχει από νόσημα, για το οποίο απαιτούνται τακτικές μεταγγίσεις αίματος ή αιμοκαθάρσεις, δικαιούται άδεια έως είκοσι (20) εργάσιμων ημερών, κάθε ημερολογιακό έτος, με πλήρεις αποδοχές.
  5. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται άδεια έως τριών (3) εργάσιμων ημερών, με πλήρεις αποδοχές, για τη συμμετοχή σε δίκη, για την ο ποία απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία του.
  6. Διατάξεις, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση άλλων ειδικών αδειών στους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, ισχύουν και για τους δικαστικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 45 Συνδικαλιστικές άδειες

Ως προς τις συνδικαλιστικές άδειες των δικαστικών υπαλλήλων εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν εκάστοτε για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 46 Άδειες χωρίς αποδοχές

1. Ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον οι ανάγκες της υπηρεσίας το επιτρέπουν, μπορεί να λαμβάνει κάθε ημερολογιακό έτος άδεια απουσίας τριάντα (30) ημερών, χωρίς αποδοχές.

2. Πέρα από την άδεια της προηγούμενης παραγράφου, επιτρέπεται να χορηγείται στους δικαστικούς υπαλλήλους για σοβαρούς ιδιωτικούς λόγους, ύστερα από αίτηση τους και γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές, της οποίας η διάρκεια, συνεχής ή διακεκομμένη, δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά τη διετία.

3. Ο δικαστικός υπάλληλος, αν έχει σύζυγο που υπηρετεί στο εξωτερικό, σε ελληνική υπηρεσία του Δημοσίου, νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου ή άλλου φορέα του δημόσιου τομέα ή σε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, δικαιούται άδεια χωρίς αποδοχές, διάρκειας, συνεχούς ή διακεκομμένης, έως έξι (6) ετών, εφόσον έχει συμπληρώσει διετή πραγματική υπηρεσία.

4. Σε δικαστικό υπάλληλο που αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, χορηγείται, ύστερα από γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, άδεια χωρίς αποδοχές έως πέντε (5) ετών που μπορεί να παραταθεί με την ίδια διαδικασία για πέντε (5) ακόμη έτη. Η άδεια αυτή λήγει αυτοδικαίως αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την παραπάνω θέση. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν εμφανιστεί να αναλάβει καθήκοντα μέσα σε δύο (2) μήνες από τη λήξη της άδειας, θεωρείται άτι παραιτήθηκε από την υπηρεσία.

5. Αν η άδεια που προβλέπεται στην παράγραφο 4 χορηγηθεί για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας, η θέση του δικαστικού υπαλλήλου θεωρείται κενή και συμπληρώνεται. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός υπάλληλος διατηρείται στην υπηρεσία ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει την πρώτη θέση που θα κενωθεί μετά την επιστροφή του. Τα προηγούμενα εδάφια εφαρμόζονται και στην περίπτωση της άδειας που προβλέπεται στην παράγραφο 3, εφόσον αυτή χορηγείται για συνεχόμενο χρονικό διάστημα πέραν της διετίας.

6. Ο χρόνος της άδειας χωρίς αποδοχές δεν αποτελεί χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, εκτός από τις περιπτώσεις των παραγράφων 1 και 4. Στις περιπτώσεις αυτές ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να καταβάλει όλες τις κρατήσεις που αντιστοιχούν στις αποδοχές του.

 

Άρθρο 47 Δικαίωμα επανόδου στην υπηρεσία

  1. Δικαστικοί υπάλληλοι που παραιτούνται υποχρεωτικώς, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την εκλογική νομοθεσία, για να ανακηρυχθούν υποψήφιοι σε εκλογές, μπορούν να επανέλθουν
    στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση ενός (1) έτους από την υποβολή της παραίτησης τους αν
    δεν εκλεγούν, ή μετά τη λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της θητείας τους.
  2. Η επάνοδος συντελείται αυτοδικαίως με μόνη την υποβολή σχετικής αίτησης από τον
    ενδιαφερόμενο στην υπηρεσία, από την οποία είχε παραιτηθεί.

Αν η υπηρεσία αυτή δεν υπάρχει κατά το χρόνο της επανόδου, η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία, στην ο ποία έχουν μεταφερθεί οι υπάλληλοι της υπηρεσίας που καταργήθηκε. Η αίτηση υποβάλλεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός (1) μηνός από την πάροδο του έτους που προβλέπεται στην παράγραφο 1 η από τη λήξη της θητείας. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ως υπεράριθμος και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του. Για την επάνοδο εκδίδεται διαπιστωτική πράξη μέσα σε ένα (1) μήνα από την υποβολή της αίτησης επανόδου. Ο εκτός υπηρεσίας χρόνος δεν θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας.

 

Άρθρο 48 Όροι υγιεινής και ασφάλειας

Οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν δικαίωμα στη διασφάλιση συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας στο χώρο εργασίας τους, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 49 Πίστη στο Σύνταγμα

Οι δικαστικοί υπάλληλοι υπηρετούν το Λαό και οφείλουν να έχουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία.

 

Άρθρο 50 Νομιμότητα υπηρεσιακών ενεργειών

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει υποχρέωση να εκτελεί τα καθήκοντα του σύμφωνα με το νόμο.
  2. Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να συμμορφώνεται προς τις εντολές των προϊσταμένων του. Αν θεωρεί παράνομη την εντολή προϊσταμένου, οφείλει πριν την εκτέλεση να αναφέρει στον προϊστάμενο του την αντίθετη γνώμη του και να εκτελέσει την εντολή χωρίς υπαίτια καθυστέρηση. Στην περίπτωση αυτή ο δικαστικός υπάλληλος δεν απαλλάσσεται από την ευθύνη για την παράνομη ενέργεια αν δεν αναφέρει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του πριν εκτελέσει την εντολή.
  3. Αν η εντολή είναι προδήλως αντίθετη προς το Σύνταγμα ή το νόμο, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να αναφέρει τους λόγους χωρίς αναβολή στον προϊστάμενο που έδωσε την εντολή. Αν σε εντολή, η οποία προδήλως αντίκειται σε διατάξεις νόμων ή κανονιστικών πράξεων, διατυπώνονται επείγοντες και εξαιρετικοί λόγοι γενικότερου συμφέροντος είτε αρχικώς είτε ύστερα από άρνηση υπακοής σε προηγούμενη όμοιου περιεχομένου, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να εκτελέσει την εντολή και να υποβάλει συγχρόνως σχετική αναφορά στην προϊσταμένη αρχή εκείνου που τον διέταξε. Αν η εντολή προέρχεται από τον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, η αναφορά υποβάλλεται στον πρόεδρο του οικείου ανώτατου δικαστηρίου. Αν προέρχεται από πρόεδρο ανώτατου δικαστηρίου, η αναφορά υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης.
  4. Αν ο δικαστικός υπάλληλος δεν συμφωνεί για ενέργεια, για την οποία είναι αναγκαία η προσυπογραφή ή η θεώρηση του, οφείλει να διατυπώσει εγγράφως την αντίθετη γνώμη του στο σχέδιο του εγγράφου για να απαλλαγεί από την ευθύνη. Η άρνηση προσυπογραφής ή θεώρησης δεν απαλλάσσει το δικαστικό υπάλληλο από την ευθύνη για την ενέργεια αυτή.
  5. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν έχει το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύνταξη εγγράφου για θέμα της αρμοδιότητας του, εφόσον διαταχθεί γι’ αυτό
    από οποιονδήποτε προϊστάμενο του. Αν διαφωνεί με το περιεχόμενο του εγγράφου, εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος.

6. Οι προϊστάμενοι όλων των βαθμίδων οφείλουν να προσυπογράφουν τα έγγραφα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της υπηρεσίας τους αλλά δεν εκδίδονται με την υπογραφή των ιδίων. Αν διαφωνούν, οφείλουν να διατυπώσουν τις αντιρρήσεις τους. Αν προσυπογράψουν χωρίς να διατυπώσουν αντιρρήσεις, θεωρείται ότι συμφωνούν με το περιεχόμενο του εγγράφου.

 

Άρθρο 51 Συμπεριφορά προς τους πολίτες

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια στους πολίτες και να τους εξυπηρετεί κατά τη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους.
  2. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να κάνει διακρίσεις σε βάρος ή σε όφελος πολιτών.

 

Άρθρο 52 Εχεμύθεια

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να τηρεί εχεμύθεια για γεγονότα η πληροφορίες, των οποίων λαμβάνει γνώση κατά την εκτέλεση των
    καθηκόντων του.
  2. Η υποχρέωση εχεμύθειας δεν παρεμποδίζει την άσκηση του νόμιμου δικαιώματος ενημέρωσης των πολιτών.

 

Άρθρο 53 Χρόνος εργασίας

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να εργάζεται ανελλιπώς κατά το χρόνο που ορίζεται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Εφόσον έκτακτες και εξαιρετικές υπηρεσιακές ανάγκες το επιβάλλουν, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να εργαστεί και πέραν από το χρόνο εργασίας ή σε μη εργάσιμες ημέρες. Στην περίπτωση αυτή, ως
    προς το δικαίωμα αποζημίωσης, προσαύξησης του μισθού ή παροχής ημερών απουσίας, εφαρμόζονται οι δια τάξεις που κάθε φορά ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.
  2. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους ο χρόνος εργασίας μειώνεται κατά δύο (2) ώρες ημερησίως εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας έως ενός (1) έτους, και κατά μία (1) ώρα εφόσον έχουν τέκνα ηλικίας από ενός (1) έως τεσσάρων (4) ετών. Το δικαίωμα αυτό έχει ο δικαστικός υπάλληλος μόνο αν ο άλλος γονέας εργάζεται και δεν ασκεί όμοιο δικαίωμα ούτε κάνει χρήση γονικής άδειας. Αν το δικαίωμα ασκεί ο πατέρας, το μειωμένο ωράριο ισχύει μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας της μητέρας. Σε περίπτωση διάστασης, διαζυγίου, χηρείας ή γέννησης τέκνου χωρίς γάμο των γονέων του, ο δικαστικός υπάλληλος ασκεί το δικαίωμα που προβλέπεσαι στην παρούσα
    παράγραφο εφόσον έχει την επιμέλεια του τέκνου.

 

Άρθρο 54 Δήλωση περιουσιακών στοιχείων.

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεούται, μέσα σε τρεις (3) μήνες από το διορισμό του, να δηλώσει εγγράφως στην προϊσταμένη του αρχή
    την περιουσιακή του κατάσταση, καθώς και την περιουσιακή κατάσταση του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Αν ο γάμος τελέστηκε μετά το διορισμό του, ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να δηλώσει την περιουσιακή κατάσταση του ίδιου και του ή της συζύγου μέσα σε τρεις (3) μήνες από την τέλεση του.
  2. Ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεούται να υποβάλλει το Μάρτιο κάθε τρίτου έτους δήλωση για τυχόν μεταβολές των περιουσιακών στοιχείων του ίδιου, του ή της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Αν δεν υπάρχουν μεταβολές, υποβάλλεται αρνητική δήλωση.
  3. Η προϊσταμένη αρχή ελέγχει την ακρίβεια της δήλωσης του δικαστικού υπαλλήλου και μπορεί να ζητεί διευκρινήσεις για τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί. Η παράλειψη υποβολής ή η ανακρίβεια της δήλωσης περιουσιακών στοιχείων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
  4. Αν από τον τρόπο διαβίωσης του δικαστικού υπαλλήλου ή από την απόκτηση κινητής ή ακίνητης περιουσίας δυσανάλογης με τις αποδοχές του και από την εν γένει περιουσιακή του κατάσταση δημιουργούνται υπόνοιες για την προέλευση των εισοδημάτων και της περιουσίας του, η προϊσταμένη αρχή υποχρεούται να διενεργήσει σχετική έρευνα.
  5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζεται το έντυπο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που υποβάλλεται κατά το παρόν
    άρθρο.

Έως ότου εκδοθεί η απόφαση αυτή οι δικαστικοί υπάλληλοι υποβάλλουν τη δήλωση με βάση το έντυπο που ισχύει για τους δικαστικούς λειτουργούς.

 

Άρθρο 55 Άσκηση ιδιωτικού έργου με αμοιβή

  1. Απαγορεύεται στο δικαστικό υπάλληλο να ασκεί ιδιωτικό έργο ή εργασία με αμοιβή. Κατ’ εξαίρεση η άσκηση τους επιτρέπεται ύστερα από άδεια, εφόσον συμβιβάζεται με τα καθήκοντα της θέσης του δικαστικού υπαλλήλου και δεν παρεμποδίζει την ομαλή εκτέλεση της υπηρεσίας του.
  2. Η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη σύμφωνη γνώμη του
    οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, και μπορεί να ανακαλείται με την ίδια διαδικασία. Ο δικαστικός υπάλληλος οφείλει να αναφέρει στην προϊσταμένη αρχή την έναρξη άσκησης ιδιωτικού έργου ή εργασίας.
  3. Απαγορεύεται στο δικαστικό υπάλληλο η κατ’ επάγγελμα άσκηση εμπορίας, η συμμετοχή του σε ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ή σε κοινοπραξία.
  4. Ειδικές απαγορευτικές διατάξεις διατηρούνται σε ισχύ.

 

Άρθρο 56 Συμμετοχή σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου

  1.  Ο δικαστικός υπάλληλος υποχρεούται να δηλώνει στην υπηρεσία του τη συμμετοχή του σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου οποιασδήποτε μορφής, εκτός των σωματείων.
  2. Ο δικαστικός υπάλληλος απαγορεύεται να είναι διαχειριστής προσωπικής εμπορικής εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή διευθύνων ή εντεταλμένος σύμβουλος ανώνυμης εταιρείας και να μετέχει στη διοίκηση ανώνυμης εταιρείας. Ο δικαστικός υπάλληλος επιτρέπεται να συμμετέχει σε συνεταιρισμό ή στη διοίκηση του, ύστερα από άδεια που χορηγείται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου.
  3. Απαγορεύεται η απόκτηση από το δικαστικό υπάλληλο, τη σύζυγο ή τα ανήλικα τέκνα του μετοχών ανώνυμης εταιρείας, η οποία με οποιονδήποτε τρόπο συναλλάσσεται η συνεργάζεται με την υπηρεσία του, Ο δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος κατά το διορισμό του κατέχει μετοχές ανώνυμης εταιρείας που εμπίπτει στην περίπτωση αυτή ή τις αποκτά κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του λόγω κληρονομιάς, υποχρεούται να υποβάλει σχετική δήλωση στην υπηρεσία του και μέσα σε ένα (1) έτος να μεταβιβάσει τις μετοχές αυτές.

Κατά το διάστημα που μεσολαβεί έως τη μεταβίβαση των μετοχών, ο δικαστικός υπάλληλος εμπίπτει στο κώλυμα συμφέροντος που προβλέπεται στο άρθρο 59.

4. Ειδικές διατάξεις που αφορούν συμμετοχή σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και θεσπίζουν πρόσθετους περιορισμούς για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους, εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους.

5. Επιτρέπεται η συμμετοχή δικαστικού υπαλλήλου σε διοίκηση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, το οποίο ελέγχεται από το Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης ή δημόσιας επιχείρησης, εφόσον η συμμετοχή αυτή προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

 

Άρθρο 57 Έργα ασυμβίβαστα

1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5 του προηγούμενου άρθρου, απαγορεύεται στους δικαστικούς υπαλλήλους η άσκηση έργων που είναι κατά τις κείμενες διατάξεις ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα.

2. Η ιδιότητα του δικαστικού υπαλλήλου είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις της νομοθεσίας περί δικηγόρων.

 

Άρθρο 58 Κατοχή δεύτερης θέσης

  1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, απαγορεύεται ο διορισμός δικαστικών υπαλλήλων, με οποιαδήποτε σχέση, σε άλλη θέση: α) δημόσιας υπηρεσίας, β) νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, γ) οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε βαθμού, καθώς και ένωσης ή συνδέσμου οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, δ) δημόσιας επιχείρησης και δημόσιου οργανισμού, ε) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στο Κράτος ή επιχορηγείται τακτικώς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού του ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στο Κράτος και στ) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στα υπό στοιχεία β’, γ’, δ’ και ε’ νομικά πρόσωπα ή επιχορηγείται από αυτά τακτικώς κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις ή κατά το οικείο καταστατικό ή του οποίου το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει κατά 51% τουλάχιστον στα νομικά αυτά πρόσωπα.
  2. Δικαστικός υπάλληλος που κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου 1 διορίστηκε σε άλλη θέση και αποδέχτηκε το διορισμό του, θεωρείται ότι παραιτήθηκε αυτοδικαίως από την πρώτη θέση.
  3. Επιτρέπεται στο δικαστικό υπάλληλο να αποδέχεται θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε διεθνή οργανισμό, στον οποίο μετέχει η Ελλάδα, ύστερα από άδεια της υπηρεσίας. Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 46.
  4. Επιτρέπεται ο διορισμός σε δεύτερη θέση, αν προβλέπεται από ειδικές διατάξεις.

 

Άρθρο 59 Κώλυμα λόγω συμφέροντος

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται είτε ατομικώς είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου, να αναλαμβάνει την επίλυση ζητήματος ή να συμπράττει στην έκδοση πράξεων, αν έχει συμφέρον ο ίδιος, ο ή η σύζυγος ή συγγενής του, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, έως και τον τρίτο βαθμό ή πρόσωπο, με το οποίο τελεί σε σχέση ιδιαίτερης φιλίας ή έχθρας.
  2. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να συμμετέχει ως γραμματέας δικαστηρίου, δικαστικού συμβουλίου και ανάκρισης σε υποθέσεις, για τις οποίες έχουν συμφέρον τα πρόσωπα που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο.
  3. Δικαστικοί υπάλληλοι που είναι σύζυγοι ή συγγενείς μεταξύ τους ή με δικαστικούς λειτουργούς έως και τον τρίτο βαθμό, εξ αίματος ή εξ αγχιστείας, δεν επιτρέπεται να συμπράττουν ή με οποιονδήποτε τρόπο να συμμετέχουν στην ίδια διαδικαστική πράξη ή ενέργεια.
  4. Η αποσιώπηση του κωλύματος και η σύμπραξη του δικαστικού υπαλλήλου σε πράξη ή ενέργεια, κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων, συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα. Συνεπάγεται επίσης ακυρότητα της διαδικαστικής πράξης ή ενέργειας, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

 

Άρθρο 60 Αστική ευθύνη

  1. Ο δικαστικός υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε θετική ζημία, την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαριά αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ευθύνεται επίσης για τις αποζημιώσεις, τις οποίες κατέβαλε το Δημόσιο σε τρίτους για βλάβη από παράνομη πράξη ή παράλειψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον αυτή οφείλεται σε δόλο ή βαριά αμέλεια. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για τις πιο πάνω πράξεις ή παραλείψεις του.
  2. Αν το Δημόσιο κατέβαλε αποζημίωση σε τρίτους για ζημία που προξενήθηκε από παράνομη πράξη ή παράλειψη δικαστικού υπαλλήλου, η υπόθεση παραπέμπεται υποχρεωτικώς, μέσα σε ένα μήνα από την καταβολή της αποζημίωσης, στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
  3. Σε περίπτωση βαριάς αμέλειας του δικαστικού υπαλλήλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο. εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, μπορεί να καταλογίσει στο δικαστικό υπάλληλο μέρος μόνο της ζημίας που επήλθε στο Δημόσιο ή της αποζημίωσης που υποχρεώθηκε να καταβάλλει το Δημόσιο.
  4. Αν περισσότεροι δικαστικοί υπάλληλοι προξένησαν από κοινού ζημία στο Δημόσιο, ευθύνονται εις ολόκληρον κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου.
  5. Η αστική ευθύνη των δημόσιων υπολόγων από τη διαχείριση τους διέπεται από τις ειδικές γι’ αυτούς διατάξεις.
  6. Η αξίωση του Δημοσίου για αποζημίωση έναντι των δικαστικών υπαλλήλων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1 παραγράφεται σε δύο (2) έτη. Η διετία αυτή αρχίζει αφότου επήλθε η ζημία, την οποία προξένησε στο Δημόσιο ο δικαστικός υπάλληλος ή αφότου το Δημόσιο κατέβαλε την αποζημίωση σε τρίτο λόγω παράνομης πράξης ή παράλειψης του δικαστικού υπαλλήλου.

 

ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΜΗΤΡΩΟ – ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ – ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΕΙΣ

Άρθρο 61 Προσωπικό μητρώο

  1.  Για κάθε δικαστικό υπάλληλο τηρείται στο δικαστήριο ή στην εισαγγελία, στην οποία ανήκει, και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης προσωπικό μητρώο που περιλαμβάνει τα παρακάτω στοιχεία, τα οποία καταχωρίζονται με συνεχή αρίθμηση και κατά χρονολογική σειρά.
  2. Το προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου περιλαμβάνει:

α) τα στοιχεία της ταυτότητας του, τα στοιχεία του συζύγου και των τέκνων του. Τα στοιχεία αυτά δηλώνονται από το δικαστικό υπάλληλο, ο οποίος έχει υποχρέωση να γνωστοποιεί και κάθε μεταβολή τους,

β) τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 54,

γ) τους τίτλους σπουδών και άλλα τυπικά προσόντα,

δ) τις εκθέσεις αξιολόγησης των ουσιαστικών προσόντων,

ε) τις αποφάσεις, έγγραφα, κάθε είδους άδειες και άλλα στοιχεία που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση και υπηρεσιακή δραστηριότητα του δικαστικού υπαλλήλου,

στ) τις πειθαρχικές αγωγές, πειθαρχικές αποφάσεις και προσφυγές που ασκήθηκαν κατά την πειθαρχική διαδικασία,

ζ) τα στοιχεία της επιστημονικής δραστηριότητας του δικαστικού υπαλλήλου, όπως δημοσιεύσεις, μελέτες, άρθρα και συγγραφικές γενικώς εργασίες και κάθε άλλης δραστηριότητες σχετικής με το αντικείμενο της υπηρεσίας του.

3. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποχρεούνται να τηρούν το προσωπικό μητρώο σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων και έχουν την ευθύνη για τη σωστή ενημέρωση του.

4. Ο δικαστικός υπάλληλος έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του προσωπικού του μητρώου. Επίσης, μπορεί να ζητήσει να αφαιρεθεί στοιχείο που έχει περιληφθεί παράνομα στο προσωπικό του μητρώο, να καταχωρηθεί σε αυτό κάποιο άλλο που, για οποιονδήποτε λόγο, έχει παραλειφθεί ή να διορθωθεί κάποιο στοιχείο. Αν η υπηρεσία αρνείται να αφαιρέσει ή να διορθώσει κάποιο στοιχείο, επισυνάπτεται στο αμφισβητούμενο στοιχείο η άποψη του δικαστικού υπαλλήλου, η οποία εφεξής αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Αν η υπηρεσία διαφωνεί με την καταχώρηση ορισμένου στοιχείου, καταχωρείται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου η σχετική αίτηση του, επί της οποίας σημειώνεται η διαφωνία της υπηρεσίας.

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται ο τύπος του προσωπικού μητρώου και ο τρόπος τήρησης και ενημέρωσης του, ο τρόπος άσκησης του δικαιώματος του δικαστικού υπαλλήλου να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του προσωπικού του μητρώου, η διαδικασία διόρθωσης και συμπλήρωσης του προσωπικού μητρώου και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

 

Άρθρο 62 Αξιολόγηση απόδοσης

  1.  Οι δικαστικοί υπάλληλοι αξιολογούνται υποχρεωτικά για την επιμέλεια και την απόδοση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.
  2. Η αξιολόγηση γίνεται με τις εκθέσεις αξιολόγησης και αποβλέπει στην αντικειμενική και αμερόληπτη στάθμιση της επαγγελματικής ικανότητας και καταλληλόλητας του δικαστικού υπαλλήλου, σε σχέση με τη φύση και το αντικείμενο της εργασίας του.
  3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι βαθμολογούνται χωριστά σε κάθε κριτήριο αξιολόγησης με έναν ακέραιο ή δεκαδικό, με προσέγγιση δεκάτου, βαθμό, που κατά αντικειμενική κρίση αρμόζει στον αξιολογούμενο. Η κλίμακα των βαθμών ορίζεται από το ένα (1) ως το δέκα (10), με ανώτατο βαθμό το δέκα (10) και κατώτατο το ένα (1). Με τους βαθμούς 8,5 έως και 10 βαθμολογούνται όσοι χαρακτηρίζονται στο αντίστοιχο κριτήριο ως άριστοι, με τους βαθμούς 6,5 έως και 8,4 βαθμολογούνται όσοι χαρακτηρίζονται ως πολύ καλοί, με τους βαθμούς 5 έως και 6.4 βαθμολογούνται όσοι χαρακτηρίζονται ως καλοί, με τους βαθμούς 3 μέχρι και 4,9 βαθμολογούνται όσοι χαρακτηρίζονται ως μέτριοι και με τους βαθμούς 1 μέχρι και 2,9 βαθμολογούνται όσοι χαρακτηρίζονται ως ανεπαρκείς. Ο μέσος όρος των βαθμών κάθε αξιολογητή στα επί μέρους κριτήρια αποτελεί την τελική βαθμολογία του αξιολογουμένου από το συγκεκριμένο αξιολογητή.

4. Κάθε δικαστικός υπάλληλος αξιολογείται αυτοτελώς από δύο αξιολογητές. Πρώτος αξιολογητής είναι ο άμεσος προϊστάμενος του και δεύτερος ο αμέσως ανώτερος προϊστάμενος. Ως προϊστάμενοι για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής θεωρούνται οι δικαστικοί υπάλληλοι, προϊστάμενοι των οικείων οργανικών μονάδων. Αν λόγω της θέσης του αξιολογούμενου στην οικεία υπηρεσιακή μονάδα ή της διάρθρωσης των υπηρεσιών του οικείου δικαστηρίου ή εισαγγελίας δεν υπάρχει δικαστικός υπάλληλος αμέσως ανώτερος προϊστάμενος, δεύτερος αξιολογητής είναι ο πρόεδρος του τμήματος του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στο οποίο υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος ή, εφόσον δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, ο προϊστάμενος του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή δικαστικός λειτουργός που ορίζεται από αυτόν. Αν δεν υπάρχει και άμεσος προϊστάμενος δικαστικός υπάλληλος, μόνος αξιολογητής είναι δικαστικός λειτουργός, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο. Με το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην παράγραφο 12 μπορούν να ρυθμιστούν, και κατά παρέκκλιση από τις ρυθμίσεις των προηγούμενων εδαφίων, τα θέματα που αφορούν τους αξιολογητές δικαστικούς λειτουργούς στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει δικαστικός υπάλληλος αμέσως ανώτερος προϊστάμενος ή και άμεσος προϊστάμενος του αξιολογουμένου.

5. Οι εκθέσεις αξιολόγησης συντάσσονται υποχρεωτικά τον Ιανουάριο κάθε έτους για τους δικαστικούς υπαλλήλους των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους της κατηγορίας ΥΕ συντάσσονται τον Ιανουάριο κάθε έτους μέχρι τη μονιμοποίηση τους και στη συνέχεια τον Ιανουάριο κάθε δεύτερου έτους.

6. Επικυρωμένο αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης κοινοποιείται, με απόδειξη, υποχρεωτικά στο δικαστικό υπάλληλο.

7. Η βαθμολόγηση των δικαστικών υπαλλήλων σε κάθε κριτήριο από τους αξιολογητές πρέπει να είναι αιτιολογημένη. Με το προεδρικό διάταγμα που προβλέπεται στην παράγραφο 12 ορίζονται τα κριτήρια, στα οποία η βαθμολογία πρέπει να είναι ειδικώς αιτιολογημένη με παράθεση συγκεκριμένων στοιχείων και πραγματικών περιστατικών. Η υποχρέωση ειδικής αιτιολογίας μπορεί να απαιτείται για ορισμένους βαθμούς της κλίμακας που προβλέπεται στην παράγραφο 3 ή να διαφοροποιείται αναλόγως προς την κατηγορία, στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος, το βαθμό του και την ιδιότητα του ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας.

8. Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας που είναι αρμόδια για την παραλαβή των εκθέσεων αξιολόγησης ορίζει δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α’, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των τυπικών στοιχείων της έκθεσης αξιολόγησης, στα οποία περιλαμβάνεται και η ύπαρξη αιτιολογίας. Αν διαπιστωθεί οποιαδήποτε παράλειψη ως προς τα στοιχεία αυτά, η έκθεση αξιολόγησης επιστρέφεται από τον προϊστάμενο της υπηρεσίας για σχετική συμπλήρωση ή διόρθωση.

9. Μετά τον κατά την προηγούμενη παράγραφο προκαταρκτικό έλεγχο, οι εκθέσεις παραπέμπονται σε τριμελή επιτροπή, που λειτουργεί σε κάθε δικαστήριο ή εισαγγελία, με εξαίρεση τα ειρηνοδικεία, και αποτελείται από ένα δικαστικό λειτουργό, ως πρόεδρο, και δύο δικαστικούς υπαλλήλους, ως μέλη. Οι εκθέσεις αξιολόγησης των δικαστικών υπαλλήλων των ειρηνοδικείων παραπέμπονται στην επιτροπή του οικείου πρωτοδικείου. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής ορίζονται με αντίστοιχους αναπληρωτές, με κλήρωση. Ο πρόεδρος κληρώνεται μεταξύ όλων των δικαστικών λειτουργών του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και τα μέλη μεταξύ όλων των υπαλλήλων του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας με Α’ βαθμό. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με Α’ βαθμό ή αν ο αριθμός τους δεν είναι επαρκής, στην κλήρωση μετέχουν και οι υπάλληλοι με Β ‘ βαθμό.

10. Η τριμελής επιτροπή εξετάζει αν η αιτιολογία που παρατίθεται στις εκθέσεις αξιολόγησης είναι ειδική, στις περιπτώσεις που αυτό απαιτείται. Αν διαπιστωθεί έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, η έκθεση αναπέμπεται στους αξιολογητές για τη συμπλήρωση της. Αν δεν συμπληρωθεί η έκθεση αξιολόγησης με την παράθεση ειδικής αιτιολογίας μετά την αναπομπή, η βαθμολόγηση του δικαστικού υπαλλήλου στα αντίστοιχα κριτήρια δεν λαμβάνεται υπόψη και η εκτίμηση της επίδοσης του στα κριτήρια αυτά, κατά τις κρίσεις για οποιαδήποτε υπηρεσιακή μεταβολή, γίνεται από το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο.

11. Ο αξιολογούμενος δικαιούται να ασκήσει ενώπιον του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ένσταση κατά της έκθεσης αξιολόγησης για: α) διόρθωση της βαθμολογίας στα κριτήρια ή στις ομάδες κριτηρίων, στα οποία η διαφορά βαθμού του πρώτου με το δεύτερο αξιολογητή είναι μεγαλύτερη από δύο βαθμούς, β) διόρθωση της βαθμολογίας στα κριτήρια ή στις ομάδες κριτηρίων, για τα οποία ελλείπει η απαιτούμενη κατά την παράγραφο 7 αιτιολογία και γ) διαγραφή ανακριβών περιστατικών και γεγονότων, τα οποία μνημονεύονται στην έκθεση και διόρθωση της βαθμολογίας που στηρίχθηκε σε αυτά τα περιστατικά και γεγονότα.

12. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. και του Συλλόγου Υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο των εκθέσεων αξιολόγησης, τα κριτήρια, στα οποία αξιολογούνται οι δικαστικοί υπάλληλοι και το περιεχόμενο κάθε κριτηρίου, τα κριτήρια, στα οποία απαιτείται ειδική αιτιολογία της βαθμολογίας, κάθε θέμα που αφορά τους αξιολογητές, την ευθύνη τους για την παράλειψη σύνταξης την ελλιπή ή μεροληπτική σύνταξη της έκθεσης αξιολόγησης, τη διαδικασία συμπλήρωσης από τον αξιολογούμενο ορισμένων στοιχείων του εντύπου αξιολόγησης τη διαδικασία του ελέγχου των τυπικών στοιχείων και της ύπαρξης αιτιολογίας, τη σύνταξη και υποβολή των εκθέσεων αξιολόγησης, την κρίση από το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο των ενστάσεων κατά των εκθέσεων, τη διαδικασία κλήρωσης του προέδρου και των μελών και τη λειτουργία της επιτροπής που προβλέπεται στην παράγραφο 9 και κάθε λεπτομέρεια σχετική με το περιεχόμενο και τη διαδικασία αξιολόγησης. Με το προεδρικό αυτό διάταγμα προβλέπεται και η συμμετοχή του δικαστικού υπαλλήλου στη διαδικασία αξιολόγησης του και οι τρόποι της συμμετοχής αυτής, όπως η αυτο-αξιολόγηση, η κατ’ ιδίαν συνάντηση και συζήτηση με τους αξιολογητές και η συμπλήρωση ερωτηματολογίου, το περιεχόμενο του οποίου μπορεί να αφορά τον ίδιο το δικαστικό υπάλληλο και τον άμεσο προϊστάμενο του. Η ρύθμιση των παραπάνω θεμάτων μπορεί να διαφοροποιείται αναλόγως τφος τον τομέα, την κατηγορία και τον κλάδο, τον οποίο ανήκει ο αξιολογούμενος, το βαθμό του, την ιδιότητα του ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας, και ο επίπεδο της μονάδας στην οποία προΐσταται.

13. Έως ότου εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, η αξιολόγηση ων δικαστικών υπαλλήλων γίνεται κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 63 Επιβραβεύσεις δικαστικών υπαλλήλων

1. Ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να επιβραβεύεται για εξαιρετικές πράξεις που σχετίζονται με το αντικείμενο ω της υπηρεσίας του και δεν επιβάλλονται από τα καθήκοντα του.

2. Οι επιβραβεύσεις είναι οι εξής:
α) Εύφημος μνεία , β) Έπαινος, γ) Τιμητικό δίπλωμα.

3. Οι παραπάνω επιβραβεύσεις απονέμονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από ειδικώς αιτιολογημένη γνώμη του επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου ή του Ελεγκτικού Συνεδρίου, κατά περίπτωση.

4. Οι πράξεις, με τις οποίες απονέμονται επιβραβεύσεις, ανακοινώνονται στο προσωπικό της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος. Αντίγραφα των πράξεων αυτών τίθενται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου και λαμβάνονται υπόψη κατά τις κρίσεις που αφορούν την υπηρεσιακή του κατάσταση.

5. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης καθορίζονται η διαδικασία και κάθε άλλο θέμα αναγκαίο για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

 

Άρθρο 64 Βράβευση προτάσεων και μελετών

1. Στους δικαστικούς υπαλλήλους, οι οποίοι συντάσσουν και υποβάλλουν με δική τους πρωτοβουλία αξιόλογη πρωτότυπη πρόταση ή μελέτη, που έχει ως περιεχόμενο τη βελτίωση της οργάνωσης και λειτουργίας της υπηρεσίας ή την απλούστευση των διαδικασιών ή τη βελτίωση των όρων απονομής της δικαιοσύνης και λειτουργίας των δικαστηρίων ή θέματα, τα οποία εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της υπηρεσίας τους, απονέμονται βραβεία.

2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης μπορεί να προκηρύσσεται διαγωνισμός μεταξύ των δικαστικών υπαλλήλων για τη βράβευση μελετών και προτάσεων με θέματα σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία της υπηρεσίας και την απλούστευση των διαδικασιών.

3. Οι μελέτες και προτάσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους αξιολογούνται από επιτροπή, η οποία προτείνει την απονομή βραβείων, που συνοδεύονται από χρηματικά έπαθλα. Για τα βραβεία που χορηγούνται κατά το παρόν άρθρο εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του προηγούμενου άρθρου.

4. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν τη σύσταση και συγκρότηση της κατά την προηγούμενη παράγραφο επιτροπής, την αξιολόγηση των υποβαλλόμενων μελετών και προτάσεων, την τάξη των βραβείων και τη διαδικασία χορήγησης τους, το ύψος των χρηματικών επάθλων, τη διαδικασία προκήρυξης και διεξαγωγής του διαγωνισμού, τις προϋποθέσεις συμμετοχής, τους όρους, τους οποίους πρέπει να πληρούν οι υποβαλλόμενες μελέτες και προτάσεις, τη διαδικασία και τους όρους αξιολόγησης τους και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Σε περίπτωση καθορισμού του ύψους των χρηματικών επάθλων η απόφαση συνυπογράφεται από τον Υπουργό Οικονομικών.

5. Το χρηματικό έπαθλο που συνοδεύει το βραβείο παρέχεται στο δικαιούχο και μετά την αποχώρηση του από την υπηρεσία ή, σε περίπτωση θανάτου του, στους κληρονόμους του.

 

ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΜΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΗ

Άρθρο 65 Δοκιμαστική υπηρεσία – Μονιμοποίηση

1 . Οι δικαστικοί υπάλληλοι μετά το διορισμό τους διανύουν διετή δοκιμαστική υπηρεσία, κατά τη διάρκεια της οποίας επιτρέπεται να απολυθούν για λόγους που ανάγονται στην υπηρεσία τους, ύστερα από απόφαση του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου.

2. Οι δικαστικοί υπάλληλοι κατά το διάστημα της δοκιμαστικής υπηρεσίας τους παρακολουθούν προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης τα οποία οργανώνονται υποχρεωτικά από την υπηρεσία. Με το προεδρικό διάταγμα, που προβλέπεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 36 ορίζεται ο φορέας της εκπαίδευσης και ρυθμίζονται όλα τα θέματα που αφορούν το περιεχόμενο, τη διάρκεια της, τα πρόσωπα, στα οποία ανατίθεται η εκπαίδευση, τον τρόπο ελέγχου της παρακολούθησης των προγραμμάτων από τους δικαστικούς υπαλλήλους και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

3.  Μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει αν ο δόκιμος δικαστικός υπάλληλος είναι κατάλληλος για μονιμοποίηση. Για το σκοπό αυτόν εκτιμά τα προσόντα του δικάστικού υπαλλήλου, όπως προκύπτουν από τις εκθέσεις αξιολόγησης και τα λοιπά στοιχεία του προσωπικού του μητρώου, καθώς και την επίδοση του στα προγράμματα εισαγωγικής εκπαίδευσης. Αν κριθεί κατάλληλος, ο δικαστικός υπάλληλος μονιμοποιείται με πράξη του οργάνου που είναι αρμόδιο για το διορισμό. Με πράξη του ίδιου οργάνου απολύεται ο δικαστικός υπάλληλος που κρίνεται ακατάλληλος.

4. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που διορίζονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 4ε του άρθρου 3 του ν. 2236/1994 διανύουν δοκιμαστική περίοδο ενός (1) έτους.

5. Το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο δύναται, με αιτιολογημένη απόφαση του, να παρατείνει το χρόνο δοκιμαστικής υπηρεσίας για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον με Βάση τα στοιχεία το προσωπικού μητρώου δεν μπορεί να σχηματίσει σαφή γνώμη για την καταλληλότητα του δικαστικού υπαλλήλου για μονιμοποίηση.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ

Άρθρο 66 Βαθμολογική εξέλιξη

1. Για την προαγωγή των δικαστικών υπαλλήλων από βαθμό σε βαθμό απαιτείται:

α) Για την κατηγορία ΠΕ:

Από το βαθμό Δ’ στο βαθμό Γ τριετής υπηρεσία στο βαθμό Δ’, από το βαθμό Γ στο βαθμό Β’ πενταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ ‘ και από το βαθμό Β ‘ στο βαθμό Α’ εξαετής υπηρεσία στο βαθμό 8

β) Για την κατηγορία ΤΕ:

Από το βαθμό Δ’ στο βαθμό Γ’ τριετής υπηρεσία στο βαθμό Δ1, από το βαθμό Γ στο βαθμό Β’ εξαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ’ και από το βαθμό Β’ στο βαθμό Α’ επταετής υπηρεσία στο βαθμό Β’,

γ) Για την κατηγορία ΔΕ:

Από τα βαθμό Δ’ στο βαθμό Γ τετραετής υπηρεσία στο βαθμό Δ’, από το βαθμό Γ στο βαθμό Β’ οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Γ’ και από το βαθμό Β’ στο βαθμό Α’ οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Β’,

δ) Για την κατηγορία ΥΕ:

Από το βαθμό Ε’ στο βαθμό Δ’ τετραετής υπηρεσία στο βαθμό Ε’, από το βαθμό Δ’ στο βαθμό Γ’ οκταετής υπηρεσία στο βαθμό Δ’ και οπό το βαθμό Γ στο βαθμό Β’ δεκαετής υπηρεσία στο βαθμό Γ’.

2. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ ή ΤΕ, κατόχους μεταπτυχιακού διπλώματος σπουδών διάρκειας ενός (1) τουλάχιστον έτους, ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ μειώνεται κατά ένα (1) έτος. Για τους κατόχους διδακτορικού διπλώματος, ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ’ μειώνεται κατά δύο (2) έτη. Ως μεταπτυχιακό και ως διδακτορικό δίπλωμα νοούνται εκείνα που χορηγούνται με αντίστοιχο ιδιαίτερο τίτλο μετά τη λήψη του πτυχίου ή διπλώματος Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι.. Εφόσον πρόκειται για μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα εκπαιδευτικού ιδρύματος του εξωτερικού, απαιτείται βεβαίωση ισοτιμίας. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου λαμβάνονται υπόψη οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και τα διδακτορικά διπλώματα, των οποίων το περιεχόμενο είναι συναφές με το αντικείμενο, στο οποίο απασχολείται ή είναι δυνατόν να ασχοληθεί ο δικαστικός υπάλληλος σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

3. Για τους δικαστικούς υπαλλήλους κατηγορίας ΠΕ, οι οποίοι έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) ετών, ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ’ μειώνεται κατά ένα (1) έτος. Για εκείνους που έχουν διατελέσει δικηγόροι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από τέσσερα (4) έτη, μειώνεται ο χρόνος παραμονής στο βαθμό Γ’ και στο βαθμό Β ‘, κατά ένα (1) έτος σε καθέναν από τους βαθμούς αυτούς.

 

Άρθρο 67 Καταστάσεις υπαλλήλων

1. Τον Ιανουάριο κάθε έτους συντάσσονται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης καταστάσεις, στις οποίες αναγράφονται, κατά αλφαβητική σειρά, κατά τομέα, κλάδο, ειδικότητα και βαθμό, όλοι οι δικαστικοί υπάλληλοι. Στις καταστάσεις αυτές αναγράφονται επίσης, με βάση τα στοιχεία της 31ης Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, η ηλικία, ο συνολικός χρόνος πραγματικής υπηρεσίας ως δικαστικού υπαλλήλου, ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στον κατεχόμενο βαθμό, το μισθολογικό κλιμάκιο, οι τίτλοι σπουδών και η τυχόν προϋπηρεσία. Οι καταστάσεις αυτές κοινοποιούνται υποχρεωτικά στους δικαστικούς υπαλλήλους μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου κάθε έτους.

2. Διόρθωση των στοιχείων δικαστικού υπαλλήλου, τα οποία αναγράφονται στις καταστάσεις που συντάσσονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, γίνεται από την υπηρεσία, ύστερα από αίτηση του ίδιου, η οποία υποβάλλεται σε προθεσμία δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση. Αν η υπηρεσία απορρίψει την αίτηση ή δεν απαντήσει μέσα σε δέκα (10) ημέρες, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ασκήσει ένσταση στο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την πάροδο της παραπάνω δεκαήμερης προθεσμίας ή από την κοινοποίηση της απορριπτικής απόφασης της υπηρεσίας, αν αυτή γίνει νωρίτερα. Το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο αποφασίζει μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την υποβολή της ένστασης.

 

Άρθρο 68 Διαδικασία προαγωγών

1. Οι προαγωγές διενεργούνται ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Οι δικαστικοί υπάλληλοι προάγονται στον αμέσως επόμενο βαθμό εφόσον έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο στο βαθμό, τον οποίο κατέχουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου, και έχουν σε υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται στις εκθέσεις αξιολόγησης τους. Ειδικά για την προαγωγή στο βαθμό Α’ πρέπει ο δικαστικός υπάλληλος των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται: α) στην επαγγελματική κατάρτιση, β) στην ποιότητα και ποσότητα εργασίας, γ) στην ικανότητα συνεργασίας και συλλογικής εργασίας, δ) στο ενδιαφέρον, πρωτοβουλία, δημιουργικότητα και υπευθυνότητα, ε) στις υπηρεσιακές σχέσεις και στη συμπεριφορά προς τους πολίτες. Για την προαγωγή στο βαθμό Β’ ο δικαστικός υπάλληλος της κατηγορίας ΥΕ πρέπει να έχει σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο τα ουσιαστικά προσόντα που αναφέρονται: α) στην ποιότητα και ποσότητα εργασίας, β) στις υπηρεσιακές σχέσεις και γ) στη συμπεριφορά προς τους πολίτες.

2. Το Μάρτιο και το Σεπτέμβριο κάθε έτους αποστέλλονται από την αρμόδια υπηρεσία στα οικεία δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια τα ερωτήματα για κρίση προς προαγωγή των δικαστικών υπαλλήλων που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό χρόνο υπηρεσίας έως τις 31 Μαρτίου ή τις 30 Σεπτεμβρίου, αντίστοιχα. Με βάση τα ερωτήματα αυτά τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια επιλαμβάνονται, αντίστοιχα, έως τις 30 Απριλίου ή τις 31 Οκτωβρίου του ίδιου έτους.

3. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που κρίνονται προακτέοι κατά τις προηγούμενες παραγράφους προάγονται υποχρεωτικά, με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την περιέλευση της απόφασης του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η προαγωγή ανατρέχει υποχρεωτικά στο χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος συμπλήρωσε τον απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας.

 

Άρθρο 69 Χρόνος μη υπολογιζόμενος για προαγωγή

Για τη συμπλήρωση του χρόνου που απαιτείται για την κρίση προς προαγωγή δεν υπολογίζεται: α) ο χρόνος της διαθεσιμότητας, β) ο χρόνος της αργίας που επιβλήθηκε είτε εξαιτίας ποινικής δίωξης που κατέληξε σε οποιαδήποτε καταδίκη είτε εξαιτίας πειθαρχικής δίωξης που κατέληξε σε πειθαρχική ποινή τουλάχιστον προστίμου αποδοχών πέντε (5) μηνών, γ) ο χρόνος της αδικαιολόγητης αποχής από τα καθήκοντα, δ) ο χρόνος της προσωρινής παύσης και ε) ο χρόνος αναστολής άσκησης καθηκόντων κατά το άρθρο 91, εφόσον το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο αποφάσισε να θέσει το δικαστικό υπάλληλο σε αργία σύμφωνα με το ίδιο άρθρο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΡΟΤΕΤΑΜΕΝΩΝ

Άρθρο 70 Προϊστάμενοι οργανικών μονάδων

Προϊστάμενοι των οργανικών μονάδων τοποθετούνται δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό Α’ των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, σύμφωνα με όσα ορίζονται στα επόμενα άρθρα. Ως οργανικές μονάδες νοούνται η γενική διεύθυνση, η διεύθυνση, το τμήμα και το αυτοτελές γραφείο.

 

Άρθρο 71 Επιλογή προϊσταμένων γενικών διευθύνσεων

1. Ως προϊστάμενοι των γενικών διευθύνσεων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα, της κατηγορίας ΠΕ, με βαθμό Α ‘, κάτοχοι πτυχίου Α.Ε.Ι., που έχουν διατελέσει ή είναι προϊστάμενοι διευθύνσεων. κατά την ημέρα υποβολής του ερωτήματος του Υπουργού Δικαιοσύνης προς το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο.

2. Η επιλογή προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης γίνεται ύστερα από αίτηση υποψηφιότητας, η οποία υποβάλλεται στον προϊστάμενο ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο αιτών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημερομηνία, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της πράξης, με επιμέλεια του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας. Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης αποστέλλει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο μέσα σε δύο (2) ημέρες από την υποβολή της.

3. Για την επιλογή προϊσταμένου γενικής διεύθυνσης ο αριθμός των κρινόμενων δικαστικών υπαλλήλων πρέπει να είναι τουλάχιστον τριπλάσιος του αριθμού των κενών θέσεων, τις οποίες αφορά η κρίση. Εφόσον δεν συμπληρώνεται ο αριθμός αυτός από δικαστικούς υπαλλήλους που έχουν τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται στην παράγραφο 1 και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας, ο πίνακας των δικαστικών υπαλλήλων που κρίνονται συμπληρώνεται από προϊσταμένους τμημάτων, κατόχους πτυχίου Α.Ε.Ι. που έχουν τουλάχιστον 25ετή υπηρεσία, έχουν διατελέσει επί δύο τουλάχιστον τριετίες προϊστάμενοι τμήματος και έχουν υποβάλει αίτηση υποψηφιότητας.

4. Η επιλογή γίνεται από το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο με βάση τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου κάθε δικαστικού υπαλλήλου, από τα οποία εκτιμώνται ιδίως η άρτια επαγγελματική κατάρτιση, οι επιστημονικές γνώσεις, η ιδιαίτερη ικανότητα, πρωτοβουλία και δραστηριότητα στην υπηρεσία, η ευχέρεια προγραμματισμού και συντονισμού, η ικανότητα υποκίνησης των υφισταμένων για την επίτευξη στόχων, η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου που συνδέεται με το αντικείμενο της υπηρεσίας, η γνώση μιας ή περισσότερων ευρωπαϊκών
γλωσσών, η τυχόν συγγραφική δραστηριότητα σε συναφή για τη λειτουργία ή τη δραστηριότητα της υπηρεσίας θέματα, καθώς και η αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης,

5. Προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης, ο οποίος δεν επιλέγεται εκ νέου μετά τη λήξη της θητείας του, καταλαμβάνει κενή θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ή, αν δεν υπάρχει, καταλαμβάνει την πρώτη θέση προϊσταμένου διεύθυνσης που θα κενωθεί. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έως ότου κενωθεί θέση προϊσταμένου διεύθυνσης ο δικαστικός υπάλληλος θεωρείται
προϊστάμενος διεύθυνσης και ασκεί καθήκοντα που καθορίζονται με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στο οποίο υπηρετεί. Ο προϊστάμενος γενικής διεύθυνσης, ο ο
ποίος δεν επιλέγεται εκ νέου μετά τη λήξη της θητείας του, μπορεί να αποχωρήσει από την υπηρεσία διατηρώντας τις αποδοχές του γενικού διευθυντή, εφόσον υποβάλει αίτηση παραίτησης μέσα σε δύο (2) μήνες από την ανακοίνωση της
μη επιλογής του.

 

Άρθρο 72 Επιλογή προϊσταμένων διευθύνσεων, τμημάτων και αυτοτελών γραφείων

1. Ως προϊστάμενοι διευθύνσεων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου τομέα, κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, με βαθμό Α’, οι οποίοι έχουν τουλάχιστον τριετή υπηρεσία στο βαθμό αυτό. Η επιλογή γίνεται ύστερα από αίτηση υποψηφιότητας, η οποία υποβάλλεται στον προϊστάμενο ή τον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο αιτών, σε αποκλειστική προθεσμία που τάσσεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δέκα (10) ημέρες. Η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημερομηνία, κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση της πράξης με επιμέλεια του προϊσταμένου της γραμματείας ή υπηρεσίας στην οποία υπηρετεί. Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης αποστέλλει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο μέσα σε δύο (2) ημέρες από την υποβολή της.

2. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με τα κατά την προηγούμενη παράγραφο τυπικά προσόντα που έχουν υποβάλλει αίτηση υποψηφιότητας ή αν είναι λιγότεροι από τον απαιτούμενο, κατά την παράγραφο 4, αριθμό κρινόμενων, ο αριθμός αυτός συμπληρώνεται από δικαστικούς υπαλλήλους με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό Α’ που υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό Α’ ή αν ο αριθμός τους δεν είναι επαρκής, κρίνοντα: προς επιλογή και δικαστικοί υπάλληλοι με βαθμό Β που έχουν περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν και υπέβαλαν αίτηση υποψηφιότητας, ώστε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός κρινόμενων.

3. Ως προϊστάμενοι τμημάτων και αυτοτελών γραφείων επιλέγονται δικαστικοί υπάλληλοι του οικείου δικαστηρίου, εισαγγελίας ή υπηρεσίας, κατηγορίας ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ με βαθμό Α’. Αν δεν υπάρχουν δικαστικοί υπάλληλοι με το βαθμό αυτόν ή αν ο αριθμός τους δεν είναι επαρκής, κρίνονται προς επιλογή και δικαστικοί υπάλληλοι με τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στο Β’ βαθμό, ώστε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος κατά την παράγραφο 4 αριθμός κρινόμενων.

4. Για την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3 ο αριθμός των δικαστικών υπαλλήλων που κρίνονται κάθε φορά για την επιλογή προϊσταμένων οργανικών μονάδων πρέπει να είναι τουλάχιστον διπλάσιος από τις θέσεις, για τις οποίες γίνεται η κρίση. Εφόσον οι δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα είναι λιγότεροι από τον αριθμό αυτόν, ο πίνακας των δικαστικών υπαλλήλων που κρίνονται συμπληρώνεται έως τον αριθμό αυτόν, σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους.

5. Η επιλογή προϊσταμένων διευθύνσεων, τμημάτων και αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων γίνεται από το αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο με βάση τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου κάθε δικαστικού υπάλληλου. Για την κατά την παράγραφο αυτή επιλογή προϊσταμένων λαμβάνονται υπόψη οι εκθέσεις αξιολόγησης, οι τίτλοι σπουδών, ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, καθώς και τα στοιχεία του προσωπικού μητρώου του δικαστικού υπαλλήλου που αποδεικνύουν αντικειμενικά ιδιαίτερη ικανότητα, πρωτοβουλία, δραστηριότητα στην υπηρεσία και γνώσεις, όπως:

α) η επιτυχής άσκηση καθηκόντων προϊσταμένου οργανικής μονάδας οποιουδήποτε επιπέδου,

β) η αποφοίτηση από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης,

γ) πιστοποιητικά παρακολούθησης εκπαιδευτικών ή επιμορφωτικών προγραμμάτων για υπαλλήλους του Δημοσίου ή νομικών πρόσωπων δημοσίου δικαίου, στην ημεδαπή ή αλλοδαπή,

δ) η βράβευση εργασιών ή μελετών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις,

ε) εισηγήσεις ή προτάσεις που έχουν κατατεθεί στην υπηρεσία ή έχουν υποβληθεί στις υπηρεσιακές συνελεύσεις ή έχουν δημοσιευθεί σε έγκυρα έντυπα, οι οποίες αφορούν ιδίως βελτιώσεις ή καινοτομίες για την απλούστευση των διαδικασιών, την εξυπηρέτηση των πολιτών, την αύξηση της αποδοτικότητας και τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας,

στ) τα στοιχεία του πειθαρχικού φακέλου.

6. Έγγραφη δήλωση του δικαστικού υπαλλήλου ότι δεν επιθυμεί να κριθεί κατά την επιλογή προϊσταμένων τμημάτων και αυτοτελών γραφείων εκτιμάται από το δικαστικό (υπηρεσιακό)
συμβούλιο με βάση τις ανάγκες της υπηρεσίας.

7. Η επιλογή νέου προϊσταμένου γίνεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από τη λήξη της θητείας του προηγουμένου. Η επιλογή γίνεται μεταξύ των δικαστικών υπαλλήλων που είχαν τα
τυπικά προσόντα, που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, κατά την ημερομηνία λήξης της θητείας του προϊσταμένου.

 

Άρθρο 73 Θητεία και αναπλήρωση προϊσταμένων

1. Όσοι επιλέγονται ως προϊστάμενοι, σύμφωνα με τα προηγούμενα άρθρα, τοποθετούνται με πράξη του οικείου οργάνου, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, ως προϊστάμενοι οργανικής μονάδας, αντίστοιχου επιπέδου, για τρία (3) έτη. Όσοι τοποθετούνται ως προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους και μετά τη λήξη της θητείας τους, έως την τυχόν επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου.

2. Με απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ο προϊστάμενος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του και πριν τη λήξη της τριετίας για σοβαρό λόγο αναγόμενο σε πλημμελή άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων και ιδίως για αδικαιολόγητη επιείκεια ή μεροληψία κατά τη σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης, μη προσήκουσα συμπεριφορά προς
τους πολίτες, ευθυνοφοβία, απροθυμία για την εφαρμογή μεθόδων οργάνωσης, λειτουργίας και αποδοτικότητας, αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση των υποθέσεων, αδυναμία συνεργασίας με άλλους προϊσταμένους. Ο προϊστάμενος μπορεί επίσης να απαλλαγεί από τα καθήκοντα του με αίτηση του, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, που συνεκτιμά τις υπηρεσιακές ανάγκες. Ο δικαστικός υπάλληλος που απαλλάσσεται από τα καθήκοντα του προϊσταμένου ύστερα από αίτηση του, ανεξάρτητα από τους λόγους υποβολής της αίτησης, στερείται για μία τριετία του δικαιώματος να επιλεγεί ως προϊστάμενος οργανικής μονάδας.

3. Αν κενωθεί ή συσταθεί θέση προϊσταμένου πριν τη λήξη της τριετίας, το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο επιλέγει προϊστάμενο για το χρονικό διάστημα που απομένει έως τη συμπλήρωση της τριετίας. Αν το χρονικό αυτό διάστημα είναι μικρότερο από έξι (6) μήνες, δεν επιλέγεται προϊστάμενος και εφαρμόζονται οι διατάξεις της επόμενης παραγράφου. Η επιλογή προϊσταμένων για τις θέσεις που κενώθηκαν ή συστάθηκαν γίνεται το αργότερο μέσα σε ένα (1) μήνα από την κένωση ή τη σύσταση της θέσης. Στην περίπτωση αυτή κρίνονται προς επιλογή οι δικαστικοί υπάλληλοι που είχαν τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72 τυπικά προσόντα κατά την ημερομηνία, κατά την οποία κενώθηκε ή συστάθηκε η θέση προϊσταμένου που πρόκειται να πληρωθεί.

4. Σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος προϊσταμένου οργανικής μονάδας της γραμματείας, ο προϊστάμενος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας μπορεί με απόφαση του να ορίσει ως αναπληρωτή έναν από τους προϊσταμένους των αμέσως υποκείμενων οργανικών μονάδων. Αν δεν οριστεί αναπληρωτής, τον προϊστάμενο που απουσιάζει ή κωλύεται αναπληρώνει ο ανώτερος κατά βαθμό προϊστάμενος των υποκείμενων οργανικών μονάδων και αν υπάρχουν περισσότεροι ομοιόβαθμοι, ο προϊστάμενος που έχει τον περισσότερο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό, Αν δεν υπάρχει υποκείμενη οργανική μονάδα, τον προϊστάμενο αναπληρώνει ο ανώτερος κατά βαθμό δικαστικός υπάλληλος που υπηρετεί στην ίδια οργανική μονάδα και, εφόσον υπηρετούν περισσότεροι δικαστικοί υπάλληλοι με τον ίδιο βαθμό, εκείνος που έχει τον περισσότερο χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στο βαθμό αυτόν. Αν το κώλυμα ή η απουσία διαρκεί για διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών, το οικείο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο ορίζει αναπληρωτή προϊστάμενο για όσο χρόνο διαρκεί το κώλυμα ή η απουσία.

5. Η μετάθεση προϊσταμένου οργανικής μονάδας, σύμφωνα με το άρθρο 75, συνεπάγεται λήξη της θητείας του ως προϊσταμένου, με εξαίρεση την αμοιβαία μετάθεση των δικαστικών υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ – ΜΕΤΑΘΕΣΗΑΠΟΣΠΑΣΗ – ΜΕΤΑΤΑΞΗ – ΕΝΤΑΞΗ

Άρθρο 74 Τοποθέτηση – Μετακίνηση

1. Η κατανομή των δικαστικών υπαλλήλων στις οργανικές μονάδες της γραμματείας ή υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ενεργείται, κατά περίπτωση, με απόφαση του προϊσταμένου ή του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου της εισαγγελίας, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του προϊσταμένου της γραμματείας.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος δεν επιτρέπεται να μετακινηθεί πριν συμπληρώσει δύο (2) έτη στην οργανική μονάδα στην οποία υπηρετεί, Η μετακίνηση είναι υποχρεωτική όταν ο δικαστικός υπάλληλος συμπληρώσει τέσσερα (4) έτη στην ίδια οργανική μονάδα.

3. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να μετακινηθεί και πριν τη συμπλήρωση διετίας, με ειδικώς αιτιολογημένη απόφαση.

Άρθρο 75 Κατηγορίες μεταθέσεων

1. Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου διενεργείται ύστερα από αίτηση του: α) για λόγους υγείας, β) για συνυπηρέτηση, γ) για λόγους σπουδών, δ) για αμοιβαία μετάθεση και ε) για άλλους σπουδαίους λόγους.

2. Κατ εξαίρεση επιτρέπεται μετάθεση χωρίς σχετική αίτηση, αν έχουν δημιουργηθεί από μέρους του δικαστικού υπαλλήλου συνθήκες, οι οποίες προκαλούν σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της υπηρεσίας ή καθιστούν δυσχερή την εκπλήρωση των καθηκόντων του. Στην περίπτωση αυτήν απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μετάθεση.

3. Η μετάθεση διενεργείται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του οικείου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Η πράξη αυτή αποστέλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος, μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση της και επιδίδεται με επιμέλεια του προϊσταμένου της γραμματείας ή της υπηρεσίας χωρίς καθυστέρηση σε αυτόν που μετατίθεται, ο οποίος υποχρεούται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την επίδοση της πράξης να εμφανιστεί στη νέα του θέση.

4. Ειδικά για τις μεταθέσεις των υπαλλήλων του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο απαιτείται και γνώμη του Προέδρου ή του Γενικού Επιτρόπου, κατά περίπτωση.

 

Άρθρο 76 Μετάθεση για λόγους υγείας

1. Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για λόγους υγείας διενεργείται με βάση γνωμάτευση της οικείας πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής, αν ο ίδιος ή προστατευόμενο μέλος της οικογένειας του πάσχει από νόσημα, για την αντιμετώπιση του οποίου δεν υπάρχει κατάλληλο νοσηλευτικό ίδρυμα στον τόπο, στον οποίο υπηρετεί ή αν, για την αποτροπή σοβαρής βλάβης της υγείας των παραπάνω προσώπων, επιβάλλεται η απομάκρυνση τους από τον τόπο στον οποίο υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος. Με τη σχετική αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου συνυποβάλλεται πιστοποιητικό νοσοκομείου του Ε.Σ.Υ. για το είδος της νόσου.

2. Η μετάθεση για λόγους υγείας διενεργείται σε κενή οργανική θέση, στον τόπο στον οποίο ζήτησε να μετατεθεί ο δικαστικός υπάλληλος. Αν δεν υπάρχει κενή οργανική θέση στον τόπο αυτόν, η μετάθεση γίνεται στον πλησιέστερο τόπο, στον οποίο υπάρχει κενή οργανική θέση σε αντίστοιχη υπηρεσία, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος
υγείας προϋποθέσεις. Αν δεν υπάρχει κενή θέση σε τόπο, στον οποίο συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο δικαστικός υπάλληλος μετατίθεται ως υπεράριθμος στον τόπο στον οποίο ζήτησε να μετατεθεί, και καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί.

3. Ως προστατευόμενα μέλη του δικαστικού υπαλλήλου, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων, θεωρούνται: α) ο ή η σύζυγος, β) τα άγαμα τέκνα που δεν έχουν συμπληρώσει το εικοστό (20ό) έτος της ηλικίας τους ή το εικοστό τέταρτο (24ο) έτος, εφόσον φοιτούν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ή ανεξαρτήτως ηλικίας, εφόσον έχουν ποσοστό αναπηρίας πάνω από 67%, γ) οι γονείς και των δύο συζύγων, εφόσον έχουν συμπληρώσει το εβδομηκοστό (70ό) έτος της ηλικίας τους, ή ανεξάρτητα από ηλικία, αν ο ένας έχει ποσοστό αναπηρίας πάνω από 67%. Οι γονείς θεωρούνται προστατευόμενα μέλη εφόσον κατοικούν στον ίδιο τόπο με το δικαστικό υπάλληλο.

4. Ως ημερομηνία συμπλήρωσης των ορίων ηλικίας που προβλέπονται στην προηγούμενη παράγραφο θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους, κατά το οποίο διενεργείται η μετάθεση, ανεξαρτήτως της ημερομηνίας γέννησης.

5. Η μετάθεση για λόγους υγείας πραγματοποιείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση στην υπηρεσία της γνωμάτευσης της υγειονομικής επιτροπής.

 

Άρθρο 77 Μετάθεση για συνυπηρέτηση

1. Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για συνυπηρέτηση διενεργείται αν ο ή η σύζυγος υπηρετεί ή εργάζεται, με οποιαδήποτε σχέση, στο Δημόσιο ή σε φορέα του δημόσιου τομέα ή είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος ή λειτουργός. Διενεργείται επίσης αν ο ή η σύζυγος είναι επαγγελματίας ή εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα επί δύο (2) τουλάχιστον έτη στον τόπο για τον οποίο ζητείται η μετάθεση. Η συνδρομή των παραπάνω προϋποθέσεων αποδεικνύεται με βεβαίωση της υπηρεσίας ή του φορέα του δημόσιου τομέα ή του οικείου ασφαλιστικού φορέα.

2. Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για συνυπηρέτηση επιτρέπεται μόνο μέσα στην ελληνική επικράτεια. Η μετάθεση διενεργείται σε γραμματεία δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή υπηρεσία που λειτουργεί στην πόλη, στην οποία υπηρετεί ή εργάζεται ο ή η σύζυγος. Αν δεν υπάρχει δικαστική υπηρεσία ή αν δεν υπάρχει κενή θέση στην ίδια πόλη, ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να μετατεθεί στην πλησιέστερη προς την πόλη αυτή γραμματεία ή υπηρεσία.

3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 6 του
άρθρου 16 του ν. 2298/1995 (ΦΕΚ 62 Α’) οι μεταθέσεις για συνυπηρέτηση διενεργούνται εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση ή προβλέπεται ότι θα κενωθεί οργανική θέση έως τις 31 Δεκεμβρίου του έτους κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η μετάθεση πραγματοποιείται μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης ή από την ημερομηνία κατά την οποία θα κενωθεί η θέση.

4. Νέα μετάθεση για συνυπηρέτηση δεν επιτρέπεται πριν παρέλθει τριετία από την προηγούμενη, εκτός αν ζητείται μετάθεση σε παραμεθόρια περιοχή.

 

Άρθρο 78 Μετάθεση για λόγους σπουδών

1. Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για λόγους σπουδών διενεργείται εφόσον ο ίδιος ή μέλος της οικογένειας του που δεν έχει συμπληρώσει το εικοστό τέταρτο (24ο) έτος της ηλικίας του σπουδάζει σε σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης για την απόκτηση πρώτου πτυχίου.

2. Μετάθεση για λόγους σπουδών διενεργείται σε κενή οργανική θέση.

3. Δικαστικός υπάλληλος που μετατίθεται με βάση το παρόν άρθρο δεν επιτρέπεται να υποβάλλει νέα αίτηση μετάθεσης, για οποιονδήποτε λόγο, πριν παρέλθει πενταετία, εκτός αν πρόκειται για μετάθεση για λόγους υγείας.

 

Άρθρο79 Αμοιβαία μετάθεση

1. Αμοιβαία μετάθεση διενεργείται μεταξύ δικαστικών υπαλλήλων που ανήκουν στον ίδιο τομέα, κατηγορία και κλάδο, Δεν επιτρέπεται να υποβληθεί αίτηση για αμοιβαία μετάθεση κατά την τελευταία τριετία πριν την αποχώρηση του δικαστικού υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω ορίου ηλικίας ή τριακονταπενταετίας.

2. Δικαστικός υπάλληλος που μετατίθεται με βάση το παρόν άρθρο, δεν επιτρέπεται να υποβάλλει νέα αίτηση μετάθεσης, για οποιονδήποτε λόγο, πριν παρέλθει τριετία, εκτός αν πρόκειται για μετάθεση για λόγους υγείας.

 

Άρθρο 80 Μετάθεση για σπουδαίο λόγο

Μετάθεση δικαστικού υπαλλήλου για σπουδαίο λόγο διενεργείται μόνο εφόσον υπάρχει κενή οργανική θέση.

 

Άρθρο 81 Προτεραιότητα μεταθέσεων

1. Οι μεταθέσεις με αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου διενεργούνται υποχρεωτικώς πριν από τις μεταθέσεις για λόγους υπηρεσιακούς, που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 75, και κατά τη σειρά που αναγράφονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, με εξαίρεση τις μεταθέσεις της περίπτωσης δ’, οι οποίες μπορούν να γίνονται οποτεδήποτε.

2. Αν έχουν υποβληθεί περισσότερες αιτήσεις για μετάθεση, κατ’ εφαρμογή των περιπτώσεων β, γ’ και ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 75, για την επιλογή μεταξύ των αιτήσεων καθεμιάς από τις περιπτώσεις αυτές, το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο εκτιμά την οικογενειακή κατάσταση των δικαστικών υπαλλήλων που υπέβαλαν σχετική αίτηση, τις οικονομικές συνθήκες διαβίωσης τους, την ηλικία και το χρόνο υπηρεσίας στον τόπο στον οποίο υπηρετούν.

 

Άρθρο 82 Απόσπαση

1. Επιτρέπεται η απόσπαση δικαστικού υπαλλήλου στη Γραμματεία άλλου δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή σε υπηρεσία του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή στη Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια για την κάλυψη εξαιρετικών υπηρεσιακών αναγκών. Η απόσπαση διενεργείται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος. Αν η γραμματεία ή υπηρεσία, στην οποία πρόκειται να αποσπαστεί ο δικαστικός υπάλληλος, υπάγεται στην αρμοδιότητα άλλου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του συμβουλίου αυτού.

2. Εφόσον υφίσταται σοβαρή υπηρεσιακή ανάγκη, οι δικαστικοί υπάλληλοι μπορούν να αποσπώνται στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Η απόσπαση διενεργείται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, ύστερα από αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος.

3. Η διάρκεια της απόσπασης δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι (6) μήνες. Παράταση επιτρέπεται μόνο για άλλους έξι (6) μήνες με την ίδια διαδικασία.

4. Νέα απόσπαση του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου δεν επιτρέπεται πριν παρέλθει τριετία από τη λήξη της προηγούμενης.

5. Για την απόσπαση συνεκτιμώνται από το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο η τυχόν αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου, ο τόπος κατοικίας του, η κατάσταση υγείας του, η οικογενειακή του κατάσταση και η συνυπηρέτηση με τον ή τη σύζυγο.

6. Μετά τη λήξη της διάρκειας της απόσπασης ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικώς στην οργανική του θέση. Για την επάνοδο δεν εκδίδεται διοικητική πράξη.

7. Διατάξεις που προβλέπουν την απόσπαση στην Εθνική Σχολή Δικαστών, καθώς και την απόσπαση σε παραμεθόριες περιοχές, για λόγους συνυπηρέτησης συζύγων, διατηρούνται σε ισχύ.

 

Άρθρο 83 Μετάταξη σε δικαστικές υπηρεσίες

1. Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση άλλου κλάδου της ίδιας κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτηση του για κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας στον κλάδο, στον οποίο ανήκει, εφόσον ο δικαστικός υπάλληλος έχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τη θέση, στην οποία μετατάσσεται.

2. Μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας του ίδιου ή άλλου τομέα επιτρέπεται με αίτηση του, μετά τη συμπλήρωση της δοκιμαστικής υπηρεσίας, εφόσον απέκτησε μετά το διορισμό του τα τυπικά
προσόντα που απαιτούνται για τη θέση αυτήν.

3. Η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Για τη μετάταξη σε θέση της γραμματείας ή υπηρεσίας δικαστηρίου ή εισαγγελίας που ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου απαιτείται σύμφωνη γνώμη και του συμβουλίου αυτού. Σε περίπτωση αρνητικής κρίσης του ενός ή και των δύο δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ασκήσει προσφυγή στο οικείο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο,

4. Για τη μετάταξη κατά τις προηγούμενες παραγράφους συνεκτιμώνται και τα ουσιαστικά προσόντα του δικαστικού υπαλλήλου.

5. Οι δικαστικοί υπάλληλοι μετατάσσονται με το βαθμό, τον οποίο κατέχουν. Ο χρόνος υπηρεσίας που έχει διανυθεί στο βαθμό, με τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος μετατάσσεται, θεωρείται ότι έχει διανυθεί με το βαθμό αυτό στηθέση, στην οποία μετατάσσεται, Ως χρόνος υπηρεσίας στο βαθμό αυτό νοείται μόνο ο χρόνος που έχει διανυθεί με τα τυπικά προσόντα του κλάδου, στον οποίο γίνεται η μετάταξη.

Άρθρο 84 Μετάταξη σε άλλες υπηρεσίες

1. Επιτρέπεται η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σε υπηρεσίες αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης και νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που εποπτεύονται από αυτό. Η μετάταξη γίνεται σε κενή θέση κλάδου της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει τα τυπικά προσόντα που απαιτούνται για τον κλάδο αυτόν.

2. Επιτρέπεται η μετάταξη δικαστικού υπαλλήλου σε κενή θέση κλάδου ανώτερης κατηγορίας των υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, καθώς και υπηρεσιών άλλων υπουργείων ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, αν ο δικαστικός υπάλληλος έχει τίτλο σπουδών που δεν προβλέπεται ως τυπικό προσόν διορισμού σε κανένα κλάδο από όσους ορίζονται στο άρθρο 18 του παρόντος Κώδικα, με την προϋπόθεση ότι απέκτησε τον τίτλο αυτό μετά το διορισμό του.

3. Η μετάταξη διενεργείται με αίτηση του δικαστικού υπαλλήλου που υποβάλλεται στη γραμματεία ή την υπηρεσία του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, στην οποία αυτός ανήκει οργανικά.

4. Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου απαιτείται: α) συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας, β) σύμφωνη γνώμη του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο δικαστικός υπάλληλος και γ) σύμφωνη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου της υπηρεσίας του Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, για την οποία ζητείται η μετάταξη, Για τη διαμόρφωση της γνώμης των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τους δημόσιους διοικητικούς υπαλλήλους.

5. Αν υποβληθούν από υπαλλήλους άλλων Υπουργείων αιτήσεις για μετάταξη στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε υπηρεσίες αρμοδιότητας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που εποπτεύεται από αυτό, εξετάζονται κατά προτεραιότητα οι αιτήσεις των δικαστικών υπαλλήλων.

6. Η μετάταξη διενεργείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ή με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου, κατά περίπτωση, Υπουργού, που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

7. Η κατάταξη του υπαλλήλου στη βαθμολογική κλίμακα, στην υπηρεσία στην οποία μετατάσσεται, γίνεται από το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με βάση το χρόνο υπηρεσίας του που έχει διανυθεί στην υπηρεσία από την οποία γίνεται η μετάταξη, με τα τυπικά προσόντα του κλάδου, στον οποίο μετατάσσεται. Ο χρόνος που πλεονάζει στο βαθμό κατάταξης θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό αυτόν για την προαγωγή του υπαλλήλου στον επόμενο βαθμό και την επιλογή του ως προϊσταμένου οργανικής μονάδας.

8. Για την κατάταξη των μετατασσομένων στο μισθολογικό κλιμάκιο, την υπαγωγή τους στους κύριους και επικουρικούς φορείς ασφάλισης, στους οποίους υπάγεται το προσωπικό της υπηρεσίας, στην οποία γίνεται η μετάταξη, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που δεν προβλέπεται στο παρόν άρθρο ισχύουν και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν για τους δημοσίους διοικητικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 85 Ένταξη

1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που έχουν πριν το διορισμό τους χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας, εντάσσονται, μετά τη μονιμοποίηση τους, έως το μεθεπόμενο του εισαγωγικού βαθμό, ανάλογα με το συνολικό χρόνο υπηρεσίας τους, ύστερα από κρίση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Για την ένταξη εκδίδεται πράξη της αρμόδιας διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

2. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία νοείται κάθε υπηρεσία που έχει διανυθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, με σχέση εργασίας δημοσίου η ιδιωτικού δικαίου, καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία που με βάση ειδικές διατάξεις αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία για βαθμολογική εξέλιξη.

3. Για την ένταξη λαμβάνεται υπόψη μόνο η υπηρεσία που έχει διανυθεί πριν το διορισμό με τα τυπικά προσόντα της κατηγορίας, στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο της ένταξης.

4. Εφόσον η ένταξη του δικαστικού υπαλλήλου γίνεται στο μεθεπόμενο του εισαγωγικού βαθμό, ο χρόνος που τυχόν πλεονάζει δεν λαμβάνεται υπόψη για την περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξη του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ – ΑΡΓΙΑ

Άρθρο 86 Διαθεσιμότητα

1. Ο δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος έχει τριετή τουλάχιστον υπηρεσία, τίθεται αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του σε διαθεσιμότητα λόγω ασθενείας που παρατείνεται πέρα από το χρόνο αναρρωτικής άδειας, που προβλέπεται από το άρθρο 43, είναι όμως ιάσιμη, κατά την κρίση της υγειονομικής επιτροπής. Η πράξη, με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα, εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου.

2. Η διαθεσιμότητα αρχίζει μετά τη λήξη της αναρρωτικής άδειας και δεν μπορεί να υπερβεί συνολικά το ένα (1) έτος. Για δυσίατα νοσήματα η διαθεσιμότητα δεν μπορεί να υπερβεί τα δύο (2) έτη.

3. Τον τελευταίο μήνα πριν συμπληρωθεί το ανώτατο όριο διαθεσιμότητας, η αρμόδια υγειονομική επιτροπή γνωμοδοτεί αν ο δικαστικός υπάλληλος είναι ικανός ή όχι να αναλάβει αμέσως τα καθήκοντα του. Αν η επιτροπή γνωματεύσει αρνητικά, ο δικαστικός υπάλληλος, εφόσον έχει εξαντλήσει τον κατά την παράγραφο 2 χρόνο διαθεσιμότητας, απολύεται σύμφωνα με το άρθρο 143. Ύστερα από αίτηση του ή και αυτεπαγγέλτως ο δικαστικός υπάλληλος μπορεί να παραπεμφθεί για εξέταση στην υγειονομική επιτροπή και πριν τη λήξη του χρόνου της διαθεσιμότητας. Σε περίπτωση αρνητικής γνωμάτευσης η διαθεσιμότητα διατηρείται μέχρι τη λήξη της διάρκειας της.

 

Άρθρο 87 Συνέπειες Διαθεσιμότητας

1. Κατά το χρόνο της διαθεσιμότητας ο δικαστικός υπάλληλος λαμβάνει το 75% των αποδοχών του.

2. Η θέση σε διαθεσιμότητα συνεπάγεται την παύση κάθε παρεπόμενης απασχόλησης, την οποία έχει ο δικαστικός υπάλληλος λόγω της ιδιότητας του.

 

Άρθρο 88 Αυτοδίκαιη θέση σε αργία

1. Τίθεται αυτοδικαίως σε αργία: α) ο δικαστικός υπάλληλος, ο οποίος τελεί σε προσωρινή κράτηση ή εκτίει ποινή φυλάκισης ή κάθειρξης, β) εκείνος, στον οποίο με δικαστική απόφαση επιβλήθηκε παρεπόμενη ποινή οριστικής παύσης, αν έχει ανασταλεί η εκτέλεση της απόφασης και γ) εκείνος, στον οποίο επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης από πρωτοβάθμιο πειθαρχικό συμβούλιο.

2. Στην περίπτωση γ της προηγούμενης παραγράφου η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου και λήγει αυτοδικαίως την ημέρα συμπλήρωσης της προθεσμίας άσκησης έφεσης στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανο ή, εφόσον ασκηθεί έφεση, την ημέρα, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου.

3. Ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντα του, αν εκλείψει ο λόγος για τον οποίο έχει τεθεί σε αργία.

4. Για τη θέση του δικαστικού υπαλλήλου σε αργία και την επάνοδο στα καθήκοντα του, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο.

Άρθρο 89 Δυνητική θέση σε αργία

1. Μπορεί να τεθεί σε αργία ο δικαστικός υπάλληλος κατά του οποίου: α) έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα, το οποίο μπορεί να επισύρει την παύση από την υπηρεσία, β) έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα, το οποίο μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης ή γ) αποδίδεται άτακτη διαχείριση με αιτιολογημένη έκθεση της προϊσταμένης αρχής ή άλλου αρμόδιου οργάνου.

2. Μετά την πάροδο ενός (1) έτους από τη θέση σε αργία, το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο υποχρεούται να αποφασίσει για τη συνέχιση της ή μη.

3. Η πράξη, με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος τίθεται σε δυνητική αργία ή επαναφέρεται στα καθήκοντα του, εκδίδεται από το αρμόδιο για το διορισμό όργανο, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου. Για τη θέση σε δυνητική αργία ή την παράταση της απαιτείται προηγούμενη ακρόαση του δικαστικού υπαλλήλου από το δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο.

4. Στην περίπτωση γ της παραγράφου 1 ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται αυτοδικαίως στα καθήκοντα του, αν μέσα σε έξι (6) μήνες από τη θέση του σε αργία δεν ασκηθεί εναντίον του ποινική ή πειθαρχική δίωξη. Για την επάνοδο του δικαστικού υπαλλήλου στην υπηρεσία εκδίδεται διαπιστωτική πράξη από το αρμόδιο για το διορισμό του όργανο.

5. Η αργία αρχίζει από την κοινοποίηση της σχετικής πράξης. Ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται στα καθήκοντα του από την κοινοποίηση σχετικής πράξης επαναφοράς ή αυτοδικαίως στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου ή από την τελεσιδικία της ποινικής απόφασης, εφόσον αυτή δεν συνεπάγεται παύση ή της
πειθαρχικής απόφασης, εφόσον με αυτή δεν επιβάλλεται η ποινή της οριστικής παύσης.

 

Άρθρο 90 Αποδοχές αργίας

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που διατελεί σε κατάσταση αργίας απέχει από την άσκηση των κύριων και παρεπόμενων καθηκόντων του και λαμβάνει το 50% των αποδοχών του. Τα ποσά που παρακρατούνται αποδίδονται σε αυτόν, αν απαλλαγεί αμετάκλητα από την ποινική ή πειθαρχική κατηγορία ή αν δεν ασκηθεί ποινική ή πειθαρχική δίωξη για άτακτη διαχείριση. Αν τιμωρηθεί με πειθαρχική ποινή κατώτερη από την οριστική παύση, τα ποσά που παρακρατήθηκαν μπορεί να αποδοθούν στο δικαστικό υπάλληλο με απόφαση του πειθαρχικού οργάνου, το οποίο επέβαλε την ποινή.

2. Ο δικαστικός υπάλληλος, που τίθεται αυτοδικαίως σε αργία λόγω επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης για το παράπτωμα της αδικαιολόγητης αποχής από την εκτέλεση των καθηκόντων του, δεν δικαιούται αποδοχές αργίας.

 

Άρθρο 91 Αναστολή άσκησης καθηκόντων

1. Σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, κατά τις οποίες κινδυνεύει το συμφέρον της υπηρεσίας, μπορεί να επιβληθεί στο δικαστικό υπάλληλο, με αιτιολογημένη πράξη του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, το μέτρο της αναστολής της άσκησης των καθηκόντων του. Η πράξη αυτή με τα υφιστάμενα σχετικά στοιχεία αποστέλλεται αμέσως στο αρμόδιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο, το οποίο συνέρχεται μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήψη της πράξης και αποφασίζει αν θα τεθεί ο δικαστικός υπάλληλος σε αργία σύμφωνα με το άρθρο 89. Το μέτρο της αναστολής άσκησης των καθηκόντων αίρεται αυτοδικαίως από την έκδοση της απόφασης του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή με την πάροδο της παραπάνω δεκαπενθήμερης προθεσμίας χωρίς να έχει εκδοθεί η απόφαση του συμβουλίου.

 

ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΠΑΡΑΠΤΩΜΑΤΑ – ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΕΣ ΠΟΙΝΕΣ

Άρθρο 92 Πειθαρχικά παραπτώματα

1. Πειθαρχικό παράπτωμα αποτελεί κάθε παράβαση υπαλληλικού καθήκοντος που συντελείται με υπαίτια πράξη ή παράλειψη, η οποία μπορεί να καταλογιστεί στο δικαστικό υπάλληλο. Το υπαλληλικό καθήκον προσδιορίζεται από τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις κείμενες διατάξεις, τις διοικητικές πράξεις, τις οδηγίες των προϊσταμένων, καθώς και από τη φύση της υπηρεσίας και τη συμπεριφορά που οφείλει να έχει ο δικαστικός υπάλληλος μέσα και έξω από αυτήν ώστε να μην θίγεται το κύρος της.

2. Πειθαρχικά παραπτώματα είναι ιδίως:

α) η παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους,

β) η αναξιοπρεπής ή ανάξια για δικαστικό υπάλληλο διαγωγή μέσα και έξω από την υπηρεσία,

γ) η παράβαση από το δικαστικό υπάλληλο των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 28,

δ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων,

ε) η άρνηση ή η παρέλκυση εκτέλεσης υπηρεσίας,

στ) η αμέλεια και η πλημμελής ή μη έγκαιρη εκπλήρωση του καθήκοντος του,

ζ) η άσκηση επαγγέλματος ή έργου με αμοιβή, χωρίς προηγούμενη άδεια της υπηρεσίας,

η) η απείθεια και η άρνηση συμμόρφωσης στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων,

θ) η δημοσίως, εγγράφως ή προφορικώς, άσκηση κριτικής των πράξεων της προϊσταμένης αρχής, εφόσον σκοπίμως χρησιμοποιούνται προδήλως ανακριβή στοιχεία ή προδήλως απρεπείς εκφράσεις,

ι) η ανάρμοστη συμπεριφορά προς τους δικαστικούς λειτουργούς, τους υπαλλήλους της γραμματείας ή υπηρεσίας του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας και τους πολίτες,

ια) η μη εξυπηρέτηση των πολιτών και η μη έγκαιρη διεκπεραίωση των υποθέσεων τους,

ιβ) η μη έγκαιρη απάντηση σε αναφορές πολιτών,

ιγ) η αδικαιολόγητη προτίμηση νεότερων υποθέσεων και η παραμέληση παλαιοτέρων,

ιδ) η σύνταξη μεροληπτικής ή πλημμελούς έκθεσης αξιολόγησης ουσιαστικών προσόντων, καθώς και η παράλειψη κατάρτισης έκθεσης αξιολόγησης.

ιέ) η αναληθής δήλωση της περιουσιακής του κατάστασης ή η μη υποβολή της, όταν απαιτείται από το νόμο,

ιστ) η παράβαση του καθήκοντος της εχεμύθειας,

ιζ) η χρησιμοποίηση της υπαλληλικής ιδιότητας ή πληροφοριών που κατέχει ο δικαστικός υπάλληλος λόγω της υπηρεσίας ή της θέσης του, για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ίδιου ή άλλων προσώπων,

ιη) η αποδοχή από το δικαστικό υπάλληλο οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος, που προέρχεται από πρόσωπο, του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, έστω και αν δεν συνιστά δωροδοκία,

ιθ) η φθορά λόγω ασυνήθιστης χρήσης ή εγκατάλειψης ή η παράνομη χρήση πράγματος, το οποίο ανήκει στην υπηρεσία,

κ) η χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων για την απόκτηση υπηρεσιακής εύνοιας ή για την πρόκληση ή τη ματαίωση διαταγής της υπηρεσίας,

κα) η άμεση ή μέσω τρίτου προσώπου συμμετοχή σε δημοπρασία, την οποία διενεργεί η αρχή, στην οποία ανήκει ο δικαστικός υπάλληλος ή επιτροπή, μέλος της οποίας είναι ο δικαστικός υπάλληλος,

κβ) η άρνηση του δικαστικού υπαλλήλου να ικανοποιήσει το κατά τις κείμενες διατάξεις δικαίωμα των πολιτών να λαμβάνουν γνώση εγγράφων και άλλων στοιχείων που τηρούνται στην υπηρεσία,

κγ) η αδικαιολόγητη παράλειψη παρουσίασης για ιατρική εξέταση.

3. Διατάξεις που προβλέπουν ειδικά πειθαρχικά παραπτώματα διατηρούνται σε ισχύ.

 

Άρθρο 93 Πειθαρχικές ποινές

1. Οι πειθαρχικές ποινές που επιβάλλονται στους δικαστικούς υπαλλήλους είναι: α) η έγγραφη επίπληξη, β) το πρόστιμο έως τις αποδοχές πέντε (5) μηνών, γ) η στέρηση του δικαιώματος μισθολογικής εξέλιξης σε κλιμάκια από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, δ) η στέρηση του δικαιώματος για προαγωγή από ένα (1) έως πέντε (5) έτη, ε) ο υποβιβασμός κατά ένα βαθμό, στ) η προσωρινή παύση έως τέσσερις (4) μήνες με πλήρη στέρηση αποδοχών, και ζ) η οριστική παύση.

2. Η ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί μόνο για τα ακόλουθα παραπτώματα:

α) παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα ή άλλους ειδικούς νόμους,

β) αποδοχή από το δικαστικό υπάλληλο οποιασδήποτε υλικής εύνοιας ή ανταλλάγματος που προέρχεται από πρόσωπο, του οποίου τις υποθέσεις χειρίζεται ή πρόκειται να χειριστεί κατά την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων, έστω και αν δεν συνιστά δωροδοκία,

γ) χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπή ή ανάξια για δικαστικό υπάλληλο διαγωγή, μέσα και έξω από την υπηρεσία,

δ) παράβαση των κατά τις κείμενες διατάξεις απορρήτων της υπηρεσίας,

ε) αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων πέραν των τριάντα πέντε (35) εργάσιμων ημερών, συνεχώς ή διακεκομμένως, μέσα στο ίδιο ημερολογιακό έτος,

στ) εξαιρετικώς σοβαρή απείθεια,

ζ) εμμονή στην παράλειψη παρουσίασης για ιατρική εξέταση.

Επίσης η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης μπορεί να επιβληθεί για οποιοδήποτε πειθαρχικό παράπτωμα, αν κατά την προηγούμενη της διάπραξης του διετία είχαν επιβληθεί στο δικαστικό υπάλληλο τρεις (3) τουλάχιστον πειθαρχικές ποινές, ανώτερες του προστίμου ενός (1) μηνός.

3. Κατά την επιμέτρηση των πειθαρχικών ποινών λαμβάνονται υπόψη οι ελαφρυντικές ή
οι επιβαρυντικές περιστάσεις και οι συνθήκες, με τις οποίες έχει διαπραχθεί το πειθαρχικό παράπτωμα, καθώς επίσης και η εν γένει συμπεριφορά του δικαστικού υπαλλήλου στην υπηρεσία. Η υποτροπή αποτελεί ιδιαιτέρως επιβαρυντική περίπτωση για την επιμέτρηση της ποινής.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Άρθρο 94 Δίωξη και τιμωρία πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Η δίωξη και τιμωρία των πειθαρχικών παραπτωμάτων αποτελεί καθήκον των πειθαρχικών οργάνων. Η παράβαση του καθήκοντος αυτού συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

2. Κατ’ εξαίρεση για παραπτώματα που δικαιολογούν την ποινή της επίπληξης, η πειθαρχική δίωξη απόκειται στη διακριτική εξουσία του αρμόδιου για την άσκηση της οργάνου, το οποίο λαμβάνει υπόψη αφ’ ενός το συμφέρον της υπηρεσίας και αφ’ ετέρου τις συνθήκες διάπραξης του παραπτώματος και την υπηρεσιακή γενικώς διαγωγή του δικαστικού υπαλλήλου. Αν το αρμόδιο όργανο αποφασίσει να μην ασκήσει δίωξη, υποχρεούται να ενημερώσει, με αιτιολογημένη έκθεση του, τον προϊστάμενο ή το τριμελές συμβούλιο διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας η της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο δικαστικός υπάλληλος.

 

Άρθρο 95 Πειθαρχικά παραπτώματα τελούμενα στο ακροατήριο

Τα πειθαρχικά παραπτώματα που διαπράττονται κατά τη δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου βεβαιώνονται από το δικαστήριο με σχετικό πρακτικό.

Το δικαστήριο αποστέλλει μέσα σε τρεις (3) ημέρες το πρακτικό στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο οποίος έχει την υποχρέωση να ασκήσει τη δίωξη χωρίς καθυστέρηση.

 

Άρθρο 96 Ανακοίνωση πειθαρχικών παραπτωμάτων

Οι πρόεδροι των δικαστηρίων, οι εισαγγελείς, οι ανακριτές, οι εντεταλμένοι δικαστές, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια οφείλουν, μόλις διαπιστώσουν ή περιέλθει κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε γνώση τους πειθαρχικό παράπτωμα δικαστικού υπαλλήλου, να το ανακοινώσουν στο αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο, διαβιβάζοντας συγχρόνως τα τυχόν υφιστάμενα σχετικά στοιχεία.

 

Άρθρο 97 Λήξη πειθαρχικής ευθύνης

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που απέβαλε την υπαλληλική ιδιότητα με οποιονδήποτε τρόπο δεν διώκεται πειθαρχικώς. Αν όμως κατά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη ή έχει αρχίσει ένορκη διοικητική εξέταση από το αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης όργανο ή έχει διαταχθεί η διενέργεια από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο ένορκης διοικητικής εξέτασης ή έχει αρχίσει προκαταρκτική έρευνα, κατά την οποία ο δικαστικός υπάλληλος έχει κληθεί να δώσει εξηγήσεις, η πειθαρχική διαδικασία συνεχίζεται και μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, με εξαίρεση την περίπτωση του θανάτου. Σε περίπτωση κατά την οποία συνεχίζεται η πειθαρχική διαδικασία, αν εκδοθεί καταδικαστική απόφαση, παραμένει ανεκτέλεστη. Κατ’ εξαίρεση εκτελείται απόφαση, με την οποία επιβάλλεται: α) ποινή υποβιβασμού κατά μισθολογικά κλιμάκια, η οποία συνεπάγεται υποχρεωτικώς αναμόρφωση της απόφασης κανονισμού σύνταξης του δικαστικού υπαλλήλου που τιμωρήθηκε και β) ποινή προστίμου, το ποσό του οποίου εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα για την Είσπραξη Δημόσιων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) αποκλειστικά από το δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε και όχι από τους κληρονόμους του.

2. Η βαθμολογική ή η μισθολογική εξέλιξη δεν αίρει το πειθαρχικώς κολάσιμο παραπτώματος, το οποίο διέπραξε ο δικαστικός υπάλληλος πριν από αυτή.

 

Άρθρο 98 Αυτοτέλεια κολασίμου του πειθαρχικού παραπτώματος

Σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή άρσης με οποιονδήποτε άλλον τρόπο του κολασίμου ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της ποινικής καταδίκης, δεν αίρεται το πειθαρχικώς κολάσιμο της πράξης, με την επιφύλαξη του άρθρου 47 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

 

Άρθρο 99 Συνεκδίκαση πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα του ίδιου δικαστικού υπαλλήλου, για τα οποία έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για κάποιο από αυτά, συνεκδικάζονται υποχρεωτικά από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο.

2. Δικαστικοί υπάλληλοι που διώκονται για το ίδιο ή για συναφή πειθαρχικά παραπτώματα κρίνονται ενιαίως από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα.

3. Στις περιπτώσεις των προηγούμενων παραγράφων αν τα όργανα, στα οποία ανήκει η αρμοδιότητα να επιληφθούν, είναι διαφορετικά, αρμόδιο είναι: α) μεταξύ μονομελούς πειθαρχικού οργάνου και δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου το τελευταίο, β) μεταξύ περισσότερων μονομελών πειθαρχικών οργάνων ή μεταξύ περισσότερων δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων, εκείνο που έχει επιληφθεί πρώτο.

 

Άρθρο 100 Διοικητικό δεδικασμένο – Μη συρροή ποινών

1. Δεν επιτρέπεται δεύτερη δίωξη για το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

2. Για κάθε πειθαρχικό παράπτωμα επιβάλλεται μία μόνο πειθαρχική ποινή.

3. Αν το πειθαρχικό όργανο επιλαμβάνεται για περισσότερα πειθαρχικά παραπτώματα, με την
πειθαρχική απόφαση επιβάλλεται μία μόνο ποινή σε κάθε δικαστικό υπάλληλο, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνονται υπόψη όλα τα παραπτώματα του διωκομένου.

 

Άρθρο 101 Παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων

1. Τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 93 παραγράφονται μετά πέντε (5) έτη και τα λοιπά μετά δύο (2) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν.

2. Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή. Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα πειθαρχικά παραπτώματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 93 παραγράφονται μετά επτά (7) έτη και τα λοιπά μετά τρία (3) έτη από την ημέρα που διαπράχθηκαν, αν κατά το χρονικό αυτό διάστημα δεν εκδοθεί πειθαρχική απόφαση σε πρώτο βαθμό.

3. Πειθαρχικό παράπτωμα που αποτελεί συγχρόνως και ποινικό αδίκημα δεν παραγράφεται πριν εξαλειφθεί το αξιόποινο του τελευταίου λόγω παραγραφής. Για τα πειθαρχικά αυτά παραπτώματα οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας αναστέλλουν την παραγραφή τους.

4. Η παραγραφή πειθαρχικού παραπτώματος διακόπτεται από την τέλεση νέου πειθαρχικού παραπτώματος, με το οποίο αποσκοπείται η απόκρυψη ή ματαίωση της πειθαρχικής δίωξης για το πρώτο.

 

Άρθρο 102 Σχέση της πειθαρχικής με την ποινική δίκη

1. Η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από την ποινική ή άλλη δίκη.

2. Η ποινική δίκη δεν αναστέλλει την πειθαρχική διαδικασία. Το πειθαρχικό όργανο όμως μπορεί με απόφαση του, η οποία είναι ελευθέρως ανακλητή, να διατάξει για εξαιρετικούς λόγους την αναστολή της πειθαρχικής διαδικασίας έως τρεις (3) το πολύ μήνες.

3. Τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται από την κρίση που περιέχεται σε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή σε αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα μόνο ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος.

4. Η πειθαρχική δίκη επαναλαμβάνεται, με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 134: α) αν μετά την έκδοση της τελεσίδικης πειθαρχικής απόφασης, με την οποία ο δικαστικός υπάλληλος απαλλάσσεται ή τιμωρείται με ποινή κατώτερη της οριστικής παύσης, εκδοθεί για την ίδια πράξη ή παράλειψη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, από την αιτιολογία της οποίας προκύπτουν πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική υπόσταση παραπτώματος, το οποίο δικαιολογεί κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 93 την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, β) αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα για την ίδια πράξη ή παράλειψη και γ) αν μετά την έκδοση τελεσίδικης καταδικαστικής πειθαρχικής απόφασης ανατραπεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση η αποδεικτική δύναμη στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη ή αν αποκαλυφθούν γεγονότα που δεν είχαν ληφθεί υπόψη ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο δικαστικός υπάλληλος δεν γνώριζε ή δεν μπορούσε να προσκομίσει κατά την αρχική πειθαρχική δίκη, εφόσον από τα γεγονότα ή τα στοιχεία αυτά κλονίζεται κατά τρόπο προφανή η αιτιολογία της πειθαρχικής απόφασης.

5. Η εισαγγελική αρχή υποχρεούται να ανακοινώνει αμέσως στην προϊσταμένη αρχή του δικαστικού υπαλλήλου κάθε ποινική δίωξη που ασκείται κατ’ αυτού.

 

Άρθρο 103 Ανάλογη εφαρμογή διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας

Οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για τον αποκλεισμό, την εξαίρεση και την αποχή δικαστικών λειτουργών, τις εκθέσεις, τις επιδόσεις και κοινοποιήσεις, τις προθεσμίες, τα αποδεικτικά μέσα, την αυτοψία, την πραγματογνωμοσύνη, τους τεχνικούς συμβούλους, τους μάρτυρες, τους διερμηνείς και την εξέταση του κατηγορουμένου εφαρμόζονται ανάλογα στην πειθαρχική δίκη, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Κώδικα.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Άρθρο 104 Αρμόδιος για την πειθαρχική δίωξη

1. Αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της γραμματείας ή υπηρεσίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών είναι ο δικαστής ή ο εισαγγελέας, αντίστοιχα, που αναδεικνύονται, με τον αναπληρωτή τους, με κλήρωση, η οποία διενεργείται το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου κάθε έτους, με επιμέλεια του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, μεταξύ όλων των δικαστών ή εισαγγελέων, κατά περίπτωση, που υπηρετούν στο δικαστήριο ή την εισαγγελία, πλην του προϊσταμένου ή του προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης. Για την κλήρωση εφαρμόζεται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται από τις διατάξεις για την κλήρωση των μελών των Ανώτατων Δικαστικών Συμβουλίων. Στην περίπτωση του άρθρου 106 παράγραφος 1, εδάφιο δεύτερο, την πειθαρχική δίωξη ασκεί ο μόνος δικαστής ή εισαγγελέας που υπηρετεί. Αρμόδιος για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης των υπαλλήλων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια είναι ο νεότερος αντεπίτροπος.

2. Οι δικαστές και εισαγγελείς που αναδεικνύονται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο είναι αρμόδιοι για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης δικαστικών υπαλλήλων κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος.

3. Αν ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης που ορίζεται κατά την παράγραφο 1 δεν ολοκληρώσει τις ενέργειες του σε συγκεκριμένη πειθαρχική υπόθεση μέχρι τη λήξη του έτους, για το οποίο έχει οριστεί, διατηρεί την αρμοδιότητα του για την υπόθεση αυτή έως ότου περατώσει το έργο του.

4. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης μπορεί να παραγγείλει πειθαρχική δίωξη κάθε δικαστικού υπαλλήλου.

5. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ο Πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια μπορούν να παραγγείλουν την άσκηση πειθαρχικής δίωξης κατά δικαστικών υπαλλήλων που υπηρετούν στα αντίστοιχα δικαστήρια και υπηρεσίες. Την ίδια παραγγελία μπορούν να απευθύνουν και τα αρμόδια πειθαρχικά συμβούλια.

 

Άρθρο 105 Πειθαρχικά όργανα

1. Μονομελή πειθαρχικά όργανα είναι οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.

2. Πολυμελή πειθαρχικά όργανα είναι τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια.

 

Άρθρο 106 Μονομελή πειθαρχικά όργανα

1. Οι προϊστάμενοι ή οι πρόεδροι των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, ο Γενικός Επίτροπος Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία στους δικαστικούς υπαλλήλους των υπηρεσιών, στις οποίες προΐστανται. Ειδικώς για τους υπαλλήλους της γραμματείας δικαστηρίων ή εισαγγελιών, στα οποία υπηρετεί ένας δικαστής ή εισαγγελέας, την πειθαρχική δικαιοδοσία ασκεί ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή της εισαγγελίας, αντιστοίχως.

2. Τα μονομελή πειθαρχικά όργανα μπορούν να επιβάλουν, με αιτιολογημένη απόφαση τους, την ποινή της έγγραφης επίπληξης ή του προστίμου έως του ενός δευτέρου (1/2) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου.

 

Άρθρο 107 Πειθαρχικά Συμβούλια

1. Τα δικαστικά (υπηρεσιακά) συμβούλια είναι και πειθαρχικά. Τα πειθαρχικά συμβούλια είναι
αρμόδια για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

2. Τα πειθαρχικά συμβούλια επιβάλλουν όλες τις πειθαρχικές ποινές.

 

Άρθρο 108 Αρμοδιότητα κατά τόπο

Αρμόδιο κατά τόπο πειθαρχικό όργανο είναι εκείνο, στην αρμοδιότητα του οποίου ανήκουν οι υπάλληλοι της γραμματείας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετούσε με οποιαδήποτε υπηρεσιακή σχέση ή κατάσταση ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος. Σε περίπτωση απόσπασης του δικαστικού υπαλλήλου σε μη δικαστική υπηρεσία, αρμόδιο είναι το πειθαρχικό όργανο της γραμματείας ή υπηρεσίας στην οποία ανήκει οργανικά.

 

Άρθρο 109 Σύγκρουση αρμοδιοτήτων

Για την άρση της σύγκρουσης αρμοδιότητας μεταξύ πειθαρχικών συμβουλίων, αρμόδιο είναι για μεν τους δικαστικούς υπαλλήλους των γραμματειών πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών το ποινικό τμήμα του Αρείου Πάγου και, αν λειτουργούν περισσότερα ποινικά τμήματα, το πρώτο κατά σειρά αρίθμησης από αυτά, για δε τους υπαλλήλους των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων το τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση των πειθαρχικών υποθέσεων των υπαλλήλων, Τα τμήματα αυτά επιλαμβάνονται ύστερα από αίτηση του οργάνου που ασκεί την πειθαρχική δίωξη ή του διωκομένου και εκδικάζουν την υπόθεση σε συμβούλιο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’ΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑ

 

Άρθρο 110 Διαδικασίες συλλογής αποδεικτικών στοιχείων

Διαδικασίες συλλογής αποδεικτικών στοιχείων Αν υπάρχουν ενδείξεις ή πληροφορίες για τη διάπραξη πειθαρχικού παραπτώματος από δικαστικό υπάλληλο, διενεργείται προκαταρκτική έρευνα ή ένορκη διοικητική εξέταση, σύμφωνα με τα επόμενα άρθρα.

 

Άρθρο 111 Προκαταρκτική έρευνα

1. Προκαταρκτική έρευνα είναι άτυπη συλλογή στοιχείων και διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από άλλο δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α’, τον οποίο ορίζει ο ίδιος.

2. Εκείνος που διενεργεί την προκαταρκτική έρευνα οφείλει να ζητήσει έγγραφες εξηγήσεις από το δικαστικό υπάλληλο που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα. Δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες ή τη διαβίβαση συναφών στοιχείων από κάθε άλλη αρχή, μεριμνά για τη συγκέντρωση των αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει μάρτυρες χωρίς όρκο, αν το κρίνει αναγκαίο. Ο καλούμενος να δώσει εξηγήσεις έχει δικαίωμα να λάβει προηγουμένως γνώση όλων των στοιχείων που τον αφορούν. Για την προκαταρκτική έρευνα συντάσσεται έκθεση, της οποίας το πόρισμα πρέπει να είναι αιτιολογημένο.

3. Αν, κατά την κρίση του δικαστικού λειτουργού που ασκεί την πειθαρχική δίωξη, η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση με ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), αυτή διενεργείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο επόμενο άρθρο.

 

Άρθρο 112 Ένορκη Διοικητική Εξέταση

1. Η ένορκη διοικητική εξέταση αποσκοπεί στη συλλογή στοιχείων για τη διαπίστωση της
τέλεσης πειθαρχικού παραπτώματος και τη διερεύνηση των συνθηκών διάπραξης του.

2. Η Ένορκη Διοικητική εξέταση διενεργείται είτε από τον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης είτε με παραγγελία του από δικαστικό λειτουργό ή δικαστικό υπάλληλο με βαθμό Α’, τον οποίο ορίζει ο ίδιος. Αυτός που διενεργεί την ένορκη διοικητική εξέταση δικαιούται να ζητήσει πληροφορίες και στοιχεία από κάθε αρχή, φροντίζει για τη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων και εξετάζει ενόρκως μάρτυρες, αν το κρίνει αναγκαίο.

3. Κατά τη διενέργεια της ένορκης διοικητικής εξέτασης, ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα δικαιούται να ζητήσει εγγράφως την εξέταση έως τριών (3) μαρτύρων.

4. Αφού συγκεντρωθούν τα αποδεικτικά στοιχεία, καλείται υποχρεωτικώς ο δικαστικός υπάλληλος που φέρεται ότι έχει υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα για την παροχή έγγραφων εξηγήσεων, με κλήση που του επιδίδεται. Με την κλήση αυτή τάσσεται προθεσμία για την παροχή των εξηγήσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) και μεγαλύτερη από δέκα (10) ημέρες. Η μη προσέλευση του ή η άρνηση του να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ένορκης διοικητικής εξέτασης.

5. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου πριν την παροχή εξηγήσεων.

6. Η ένορκη διοικητική εξέταση περατώνεται με αιτιολογημένη έκθεση του δικαστικού λειτουργού ή του δικαστικού υπαλλήλου που τη διενεργεί. Ο φάκελος που σχηματίζεται διαβιβάζεται αμέσως στον αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν έχει διενεργήσει άλλος την ένορκη διοικητική εξέταση.

 

Άρθρο 113 Θέση πειθαρχικής δίωξης στο αρχείο

1. Αν, ύστερα από τη διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας ή ένορκης διοικητικής εξέτασης, δεν πιθανολογείται πράξη ή παράλειψη που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα ή αν τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται δεν επισύρουν πειθαρχική κύρωση λόγω εξάλειψης του κολασίμου ή λήξης της πειθαρχικής ευθύνης, η υπόθεση τίθεται στο αρχείο με αιτιολογημένη πράξη που υποβάλλεται στον Υπουργό Δικαιοσύνης και στον προϊστάμενο του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στο Γενικό Επίτροπο Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο η στο Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση.

2. Αν τα πρόσωπα, στα οποία υποβάλλεται η πράξη αρχειοθέτησης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κρίνουν ότι συντρέχει ανάγκη περαιτέρω έρευνας της υπόθεσης, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της πράξης παραγγέλλουν στον αρμόδιο για την άσκηση πειθαρχικής δίωξης να διενεργήσει κατά περίπτωση ένορκη διοικητική εξέταση ή συμπληρωματική ένορκη
διοικητική εξέταση, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ

Άρθρο 114 Πειθαρχική αγωγή

1. Ο αρμόδιος για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, αν κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιβολής πειθαρχικής ποινής, συντάσσει πειθαρχική αγωγή.

2. Η πειθαρχική αγωγή περιέχει α) το ονοματεπώνυμο και τα υπηρεσιακά στοιχεία του διωκομένου και β) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία στοιχειοθετούν το πειθαρχικό παράπτωμα και τις διατάξεις που το προβλέπουν.

3. Η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο μονομελές πειθαρχικό όργανο ή στο πειθαρχικό συμβούλιο, κατά την κρίση του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου, και συνοδεύεται από τον πειθαρχικό φάκελο.

 

Άρθρο 115 Άσκηση πειθαρχικής δίωξης

1. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται με την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο δικαστικό υπάλληλο.

2. Αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή το Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά περίπτωση, ανάλογα με το δικαστήριο, εισαγγελία ή υπηρεσία, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΣΤΑ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

 

Άρθρο 116 Διαδικασία στα μονομελή πειθαρχικά όργανα

1. Το μονομελές πειθαρχικό όργανο, μόλις περιέλθει σε αυτό η πειθαρχική αγωγή και ο πειθαρχικός φάκελος, επιμελείται για την επίδοση της πειθαρχικής αγωγής στο διωκόμενο και τον καλεί να απολογηθεί εγγράφως μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην κλήση και αν μπορεί να είναι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες από την επίδοση της κλήσης. Η οριζόμενη προθεσμία μπορεί να παραταθεί ύστερα από αίτηση του διωκομένου έως πέντε (5) ημέρες. Η μη προσέλευση του διωκόμενου ή η άρνηση του να απολογηθεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας και την έκδοση οριστικής απόφασης.

2. Στις αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων εφαρμόζονται αναλόγως οι παράγραφοι 2, 3 και 4 του άρθρου 129.

 

Άρθρο 117 Ορισμός εισηγητή στο πειθαρχικό συμβούλιο – Κλήση διωκομένου σε απολογία

1. Αν η πειθαρχική αγωγή απευθύνεται στο πειθαρχικό συμβούλιο, ο πρόεδρος του ορίζει ένα από τα μέλη του ως εισηγητή. Η σχετική πράξη με αντίγραφο της πειθαρχικής αγωγής επιδίδεται στο διωκόμενο.

2. Ο εισηγητής αντικαθίσταται αν κωλύεται. Ο διωκόμενος μέσα σε τρεις (3) ημέρες από την επίδοση της πράξης μπορεί να ζητήσει την εξαίρεση του εισηγητή. Στην περίπτωση αυτή ο εισηγητής αντικαθίσταται αν το πειθαρχικό συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του, δεχθεί το αίτημα. Αίτηση εξαίρεσης του εισηγητή που ορίστηκε σε αντικατάσταση εκείνου, ο οποίος εξαιρέθηκε, δεν επιτρέπεται.

3. Ο εισηγητής καλεί το διωκόμενο σε απολογία. Στην κλήση τάσσεται εύλογη προθεσμία, όχι μικρότερη από πέντε (5) ημέρες, που μπορεί, με αίτηση του διωκομένου, να παραταθεί για δέκα (10) ημέρες το πολύ. Κατά το χρονικό διάστημα από την επίδοση της κλήσης έως την συζήτηση της υπόθεσης, ο διωκόμενος λογίζεται ότι είναι σε άδεια επί ένα δεκαήμερο, αν το δηλώσει εγγράφως στον προϊστάμενο του.

4. Ο διωκόμενος δικαιούται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου και να ζητήσει αντίγραφα των στοιχείων που περιέχονται σε αυτόν. Η γνώση ή η χορήγηση αντιγράφων βεβαιώνεται με ειδική έκθεση, η οποία υπογράφεται από το γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου και το διωκόμενο. Άρνηση του διωκομένου να υπογράψει βεβαιώνεται από το γραμματέα στην έκθεση, που, στην περίπτωση αυτήν, υπογράφεται μόνο από αυτόν.

5. Η απολογία είναι πάντοτε έγγραφη και εγχειρίζεται στον εισηγητή, ο οποίος χορηγεί έγγραφη απόδειξη παραλαβής ή κατατίθεται στον προϊστάμενο της υπηρεσίας του διωκομένου, ο οποίος τη διαβιβάζει αμέσως στο αρμόδιο συμβούλιο ή αποστέλλεται στον εισηγητή με συστημένη επιστολή. Στην απολογία επισυνάπτονται όσα στοιχεία έχει στη διάθεση του ο διωκόμενος, ο οποίος μπορεί να ζητήσει από τον εισηγητή εύλογη προθεσμία για να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία. Στην απολογία μπορεί να προταθεί η εξέταση μαρτύρων που δεν υπερβαίνουν τους πέντε (5).

 

Άρθρο 118 Ανάκριση

1. Αν μετά την απολογία του διωκομένου τα στοιχεία του φακέλου κριθούν από τον πρόεδρο επαρκή για να εισαχθεί η υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο, ενεργούνται όσα ορίζονται στα άρθρα 125 και επόμενα. Αν κριθούν ανεπαρκή, ο πρόεδρος διατάσσει τη διενέργεια ανάκρισης από τον εισηγητή της υπόθεσης.

2. Η ανάκριση αποβλέπει στη συλλογή κάθε πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου και στη διερεύνηση όλων των πραγματικών περιστατικών για το σχηματισμό της κρίσης του πειθαρχικού συμβουλίου.

 

Άρθρο 119 Ανακριτικές πράξεις

1. Ανακριτικές πράξεις είναι: α) η εξέταση μαρτύρων, β) η εξέταση του διωκομένου, γ) η αυτοψία, δ) η πραγματογνωμοσύνη και ε) η αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων. Για τις τέσσερις πρώτες από τις πράξεις αυτές συντάσσεται έκθεση, η οποία υπογράφεται από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση και τα πρόσωπα που συμπράττουν στην ανακριτική πράξη. Άρνηση των τελευταίων να υπογράψουν βεβαιώνεται στην έκθεση, η οποία στην περίπτωση αυτή υπογράφεται μόνο από το δικαστικό λειτουργό που διενεργεί την ανάκριση.

2. Δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανακριτικής πράξης θέμα που κατά το νόμο καλύπτεται: α) από το απόρρητο της υπηρεσίας, εκτός αν συναινεί η αρμόδια αρχή και β) από το επαγγελματικό απόρρητο.

3. Ο εισηγητής διενεργεί αυτοπροσώπως τις ανακριτικές πράξεις στην έδρα του. Αν πρόκειται να διενεργηθεί ανακριτική πράξη έξω από την έδρα του, ο εισηγητής μπορεί να παραγγείλει τη διενέργεια της από δικαστικό λειτουργό που υπηρετεί στην περιφέρεια, στην οποία πρόκειται να διενεργηθεί η πράξη.

4. Μετά το πέρας των ανακριτικών πράξεων ο διωκόμενος καλείται να λάβει γνώση του πειθαρχικού φακέλου.

 

Άρθρο 120 Μάρτυρες

1. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως στον τόπο της κατοικίας ή της διαμονής τους, εκτός αν δηλώσουν ότι ε πιθυμούν να εξεταστούν στην έδρα του εισηγητή,

2. Η μη εμφάνιση ή η άρνηση κατάθεσης μάρτυρα χωρίς εύλογη αιτία τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα. Εύλογη αιτία θεωρείται και η συγγένεια του μάρτυρα με το διωκόμενο σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή μέχρι και τον τρίτο βαθμό.

3. Η εξέταση μαρτύρων πέρα από εκείνους, τους οποίους δικαιούται να προτείνει ο διωκόμενος, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 117, απόκειται στην κρίση του εισηγητή.

 

Άρθρο 121 Εξέταση διωκομένου

Κατά την ανάκριση εξετάζεται ανωμοτί ο διωκόμενος, ο οποίος δικαιούται να λάβει γνώση, πριν την εξέταση του, των στοιχείων του φακέλου. Η μη προσέλευση ή η άρνηση του διωκομένου να εξεταστεί δεν εμποδίζει την πρόοδο της ανάκρισης.

 

Άρθρο 122 Αυτοψία

Η αυτοψία ενεργείται είτε από τον εισηγητή είτε, αν αυτός το προτείνει, από ολόκληρο το πειθαρχικό συμβούλιο, για να διαπιστωθούν οι πραγματικές συνθήκες τέλεσης του πειθαρχικού παραπτώματος ή άλλα συναφή με αυτό στοιχεία. Η εξέταση δημόσιων ή ιδιωτικών εγγράφων ή άλλων στοιχείων, που έχουν κατατεθεί σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο, στο οποίο φυλάσσονται.

 

Άρθρο 123 Πραγματογνωμοσύνη

Ως πραγματογνώμονες ορίζονται δικαστικοί λειτουργοί ή δημόσιοι πολιτικοί ή στρατιωτικοί υπάλληλοι ή επιστήμονες ή τεχνικοί, από τον πίνακα του άρθρου 185 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι αμοιβές των πραγματογνωμόνων εκκαθαρίζονται από τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου και καταβάλλονται από το Δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης.

 

Άρθρο 124 Αναζήτηση εγγράφων και άλλων στοιχείων

1. Ο εισηγητής δικαιούται να ζητήσει από κάθε δημόσια αρχή την παροχή στοιχείων ή την αποστολή πιστοποιητικών ή βεβαιώσεων για θέματα που ανάγονται στην αρμοδιότητα της ή αντιγράφων των εγγράφων που τηρούνται στο αρχείο της.

2. Ο εισηγητής δικαιούται επίσης να ζητήσει έγγραφα και στοιχεία, τα οποία κατέχει ιδιώτης. Τα έγγραφα και στοιχεία αυτά επιστρέφονται υποχρεωτικά μετά το τέλος της πειθαρχικής δίκης. Ο εισηγητής είναι υποχρεωμένος, ύστερα από αίτηση του ιδιώτη, να χορηγήσει ατελώς, εκτός από απόδειξη παραλαβής και επίσημο αντίγραφο ή απόσπασμα των εγγράφων, τα οποία παρέλαβε. Έγγραφα ή στοιχεία που είναι αναγκαία στον ιδιώτη για την εξυπηρέτηση υποθέσεων του, εξετάζονται στον τόπο, στον οποίο βρίσκονται.

3. Η άρνηση παροχής στοιχείων σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους τιμωρείται κατά το άρθρο 169 του Ποινικού Κώδικα.

 

Άρθρο 125 Ορισμός συνεδρίασης – Κλήση του διωκομένου μετά την ανάκριση

1. Μετά το τέλος της ανάκρισης και τη σύνταξη του σχετικού πορίσματος, ο πρόεδρος του συμβουλίου, αφού λάβει τη δικογραφία ορίζει με πράξη του ημερομηνία για τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου. Η πράξη αυτή κοινοποιείται σε όλα τα μέλη του συμβουλίου δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν την ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης. Η πράξη επιδίδεται και στο διωκόμενο με κλήση να προσέλθει για να λάβει γνώση και αντίγραφα των στοιχείων του πειθαρχικού φακέλου και για να παραστεί κατά τη συζήτηση. Η κλήση επιδίδεται δέκα (10) τουλάχιστον ημέρες πριν την η μέρα της συζήτησης. Η τυχόν μη προσέλευση του διωκομένου δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.

2. Ο πρόεδρος καλεί ενώπιον του συμβουλίου τους μάρτυρες, τους οποίους πρότεινε ο διωκόμενος, εκτός εάν εξετάστηκαν στην ανάκριση που προηγήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, μπορεί να καλέσει τους μάρτυρες, τους οποίους κρίνει αναγκαίους.

 

Άρθρο 126 Διαδικασία στα πειθαρχικά συμβούλια

1. Αν ο διωκόμενος δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση και δεν έχει κλητευθεί νομίμως ή αν δεν προσέλθει από ανυπέρβλητο κώλυμα, ορίζεται νέα ημερομηνία για συζήτηση. Το συμβούλιο μπορεί, και αν δεν συντρέχουν οι παραπάνω λόγοι, να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση λόγω της μη προσέλευσης του διωκομένου ή μάρτυρα, του οποίου η εμφάνιση κρίνεται αναγκαία ή για άλλο σπουδαίο λόγο. Αν δεν συντρέχει περίπτωση αναβολής, το συμβούλιο προχωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του διωκομένου.

2. Ο διωκόμενος μπορεί να ζητήσει εγγράφως, πριν την έναρξη της συνεδρίασης, την εξαίρεση δύο (2) το πολύ μελών του πειθαρχικού συμβουλίου, αναφέροντας τους λόγους εξαίρεσης. Για την αίτηση αποφασίζει το συμβούλιο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου ζητήθηκε η εξαίρεση, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Τα μέλη, την εξαίρεση των οποίων αποφάσισε το συμβούλιο, αντικαθίστανται από αναπληρωματικά μέλη.

3. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εισηγητής διαβάζει την πειθαρχική αγωγή και το πόρισμα της ανάκρισης, αν έχει διενεργηθεί. Στη συνέχεια καλούνται για εξέταση οι μάρτυρες και δίνεται ο λόγος στους εκπροσώπους των δικαστικών υπαλλήλων. Ακολούθως δίνεται ο λόγος στο διωκόμενο για να αναπτύξει προφορικά την απολογία του και να απαντήσει στα ερωτήματα των μελών του συμβουλίου. Επίσης δίνεται ο λόγος στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του. Ο πρόεδρος μπορεί να χορηγήσει στο διωκόμενο προθεσμία έως τριών (3) ημερών για την υποβολή υπομνήματος. Με το υπόμνημα δεν επιτρέπεται να προβάλλονται νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί.

4. Ο πρόεδρος του συμβουλίου διευθύνει τη συζήτηση, απευθύνει ερωτήσεις και δίνει την άδεια στα μέλη του συμβουλίου, στο διωκόμενο και στον τυχόν παριστάμενο δικηγόρο του για να υποβάλλουν ερωτήσεις.

5. Για τη συνεδρίαση του πειθαρχικού συμβουλίου συντάσσεται από το γραμματέα πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρακτικό περιέχει σε συντομία τις καταθέσεις των μαρτύρων, την άποψη των εκ προσώπων των δικαστικών υπαλλήλων, την προφορική απολογία του διωκομένου, καθώς και έκθεση για κάθε αξιόλογο γεγονός που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο πρόεδροι μπορεί να διατάξει την αυτολεξεί καταχώριση ουσιωδών μερών των καταθέσεων ή δηλώσεων που γίνονται κατά τη συνεδρίαση.

6. Το συμβούλιο εκτιμά ελευθέρως τα αποδεικτικά στοιχεία. Αν κρίνει ότι αυτά είναι ανεπαρκή, μπορεί με απόφαση του, η οποία επιδίδεται στο διωκόμενο, να διατάξει τη συμπλήρωση των αποδείξεων. Αν αποφασιστεί η διενέργεια αυτοψίας, αυτή διενεργείται από το συμβούλιο. Όταν συμπληρωθούν οι αποδείξεις σύμφωνα με όσα διατάσσονται με την απόφαση, επαναλαμβάνεται η κύρια διαδικασία.

7. Αν κατά τη διάσκεψη διατυπώνονται για κάποιο ζήτημα περισσότερες από δύο γνώμες, με αποτέλεσμα να μη σχηματίζεται πλειοψηφία, τα μέλη που ψήφισαν υπέρ της δυσμενέστερης για το διωκόμενο γνώμης ή υπέρ της βαρύτερης ποινής, προσχωρούν στην αμέσως ευνοϊκότερη.

8. Ο δικαστικός λειτουργός που άσκησε την πειθαρχική δίωξη δεν επιτρέπεται να συμμετέχει στο πειθαρχικό συμβούλιο που εκδικάζει το ίδιο πειθαρχικό παράπτωμα.

 

Άρθρο 127 Συνεκδίκαση και χωρισμός πειθαρχικών υποθέσεων

1. Τα πειθαρχικά συμβούλια μπορούν σε κάθε στάση της διαδικασίας να διατάξουν την ένωση και συνεκδίκαση ή το χωρισμό περισσότερων πειθαρχικών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον τους.

2. Σε περίπτωση συνεκδίκασης υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα διαφορετικών πειθαρχικών οργάνων, έχει εφαρμογή η παράγραφος 3 του άρθρου 99.

 

Άρθρο 128 Γενικά θέματα διαδικασίας

1. Η διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων είναι μυστική.

2. Κατά τη διαδικασία ενώπιον των πειθαρχικών συμβουλίων επιτρέπεται συμπαράσταση με δικηγόρο.

3. Η πειθαρχική διαδικασία διενεργείται ατελώς. Έξοδα δεν επιδικάζονται ούτε σε βάρος του διωκομένου.

 

Άρθρο 129 Απόφαση

1. Το σχέδιο της απόφασης συντάσσεται από τον εισηγητή και υπογράφεται από αυτόν και τον πρόεδρο. Το πρωτότυπο της απόφασης υπογράφεται από τον πρόεδρο και το γραμματέα και καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο.

2. Η απόφαση περιέχει τη σύνθεση του συμβουλίου, το ονοματεπώνυμο των εκπροσώπων των δικαστικών υπαλλήλων που παρέστησαν ή βεβαίωση του γεγονότος ότι κλήθηκαν νομίμως και δεν παρέστησαν, το ονοματεπώνυμο και το βαθμό του διωκομένου, μνεία για την τυχόν παράσταση του ή τη νόμιμη κλήτευση του, το ονοματεπώνυμο και τον αριθμό του δελτίου ταυτότητας του οικείου δικηγορικού συλλόγου του δικηγόρου που τυχόν παραστάθηκε, περίληψη του αποδιδόμενου παραπτώματος και της απολογίας με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του διωκομένου, αιτιολογικό τόσο ως προς τη διαπίστωση ή μη της ενοχής όσο και ως προς την επιμέτρηση της ποινής και διατακτικό.

3. Η οριστική απόφαση επιδίδεται, με επιμέλεια του γραμματέα, στο διωκόμενο, στον προϊστάμενο ή στον πρόεδρο του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του δικαστηρίου, της εισαγγελίας ή της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ο διωκόμενος, και σε όσους έχουν δικαίωμα έφεσης.

4. Η πειθαρχική απόφαση δεν ανακαλείται.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ ΕΝΔΙΚΑ ΜΕΣΑ

Άρθρο 130 Έφεση κατά των αποφάσεων μονομελών πειθαρχικών οργάνων

1. Έφεση κατά των αποφάσεων των μονομελών πειθαρχικών οργάνων μπορούν να ασκήσουν:

α) Ο δικαστικός υπάλληλος κατά της απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία.

β) Το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης.

γ) Ο προϊστάμενος ή ο πρόεδρος του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης του αμέσως ανώτερου δικαστηρίου ή εισαγγελίας, αντιστοίχως, κατά οποιασδήποτε απόφασης. Κατά των αποφάσεων των προϊσταμένων ή προέδρων του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης των εφετείων και των εισαγγελιών τους αφ’ ενός και των διοικητικών εφετείων αφ’ ετέρου, έφεση ασκούν ο πρόεδρος του επταμελούς δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, αντιστοίχως.

δ) Ο Υπουργός Δικαιοσύνης κατά οποιασδήποτε απόφασης.

2. Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται με κατάθεση στο γραμματέα του κατά το άρθρο 131 αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου ή στο γραμματέα του δικαστηρίου ή της εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή σε ελληνική προξενική αρχή της αλλοδαπής. Η έφεση των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ και γ’ της προηγούμενης παραγράφου ασκείται με κατάθεση ή αποστολή στο γραμματέα του αρμόδιου πειθαρχικού συμβουλίου. Ως προς την προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και το μεταβιβαστικό και ανασταλτικό αποτέλεσμα της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 132.

 

Άρθρο 131 Αρμόδιο δευτεροβάθμιο όργανο

1. Με την επιφύλαξη των επόμενων παραγράφων, η κατά το προηγούμενο άρθρο έφεση ασκείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου εφετείου.

2. Η έφεση κατά της απόφασης προϊσταμένου
ή προέδρου του τριμελούς συμβουλίου διοίκησης εφετείου, διοικητικού εφετείου ή εισαγγελίας εφετών ασκείται ενώπιον του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου.

3. Η έφεση κατά της απόφασης του Γενικού
Επιτρόπου της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του Συμβουλίου της Επικρατείας.

4. Η έφεση κατά της απόφασης των προέδρων των ανώτατων δικαστηρίων, του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο ασκείται ενώπιον του επταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου του οικείου ανώτατου δικαστηρίου.

 

Άρθρο 132 Έφεση κατά των αποφάσεων των πειθαρχικών συμβουλίων

1. Οι αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό υπόκεινται σε έφεση.

Δικαίωμα έφεσης έχουν:

α) Ο δικαστικός υπάλληλος κατά απόφασης, με την οποία τιμωρήθηκε πειθαρχικώς ή απαλλάχθηκε με μειωτική αιτιολογία.

β) Ο Υπουργός Δικαιοσύνης και το αρμόδιο για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανο κατά οποιασδήποτε απόφασης.

3. Η έφεση του δικαστικού υπαλλήλου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την επίδοση σε αυτόν της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου με κατάθεση στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Μπορεί επίσης να κατατεθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου ή εισαγγελίας ή στον προϊστάμενο της υπηρεσίας, στην οποία υπηρετεί ή στον προϊστάμενο ελληνικής προξενικής αρχής της αλλοδαπής, οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να την αποστείλουν, χωρίς καθυστέρηση, στο γραμματέα του συμβουλίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παραπάνω προθεσμία για την άσκηση της έφεσης παρεκτείνεται κατά ένα (1) μήνα για όσους διαμένουν στο εξωτερικό.

4. Η έφεση του Υπουργού Δικαιοσύνης και του αρμόδιου για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης οργάνου ασκείται μέσα σε ένα (1) μήνα από την περιέλευση σε αυτούς της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου, και πάντως όχι μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την έκδοση της, με κατάθεση ή αποστολή, με τηλεγράφημα ή με τηλεομοιοτυπία στο γραμματέα του συμβουλίου αυτού. Σε περίπτωση αποστολής της έφεσης, ως ημερομηνία άσκησης της θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης του τηλεγραφήματος ή αποστολής της τηλεομοιοτυπίας.

5. Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο κατά το άρθρο 23 αρμόδιο δευτεροβάθμιο συμβούλιο, το οποίο δεν μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του διωκομένου αν έχει ασκηθεί έφεση μόνο υπέρ αυτού.

6. Η προθεσμία για την άσκηση της έφεσης και η άσκηση της αναστέλλουν την εκτέλεση της απόφασης.

 

Άρθρο 133 Διαδικασία στα δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια

Ως προς τη διαδικασία ενώπιον των δευτεροβάθμιων πειθαρχικών συμβουλίων τα δικαιώματα του διωκομένου, την έκδοση και επίδοση της απόφασης, ισχύουν αναλόγως όσα ορίζονται για τα πρωτοβάθμια συμβούλια.

 

Άρθρο 134 Επανάληψη πειθαρχικής δίκης

1. Την επανάληψη της πειθαρχικής δίκης, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 102, μπορούν να ζητήσουν τα αρμόδια για την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης όργανα στην περίπτωση α της παραγράφου αυτής, ο δικαστικός υπάλληλος στις περιπτώσεις β ‘ και γ’ της ίδιας παραγράφου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση.

2. Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης απευθύνεται στο πειθαρχικό όργανο που είχε εκδώσει την απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση. Η αίτηση ασκείται μέσα σε ένα (1) έτος από την ημερομηνία, κατά την ο
ποία έγινε αμετάκλητη η δικαστική απόφαση ή το απαλλακτικό βούλευμα ή αφότου αποκαλύφθηκαν τα νέα αποδεικτικά στοιχεία. Ως προς τη διαδικασία κατάθεσης και εξέτασης της αίτησης επανάληψης εφαρμόζονται αναλόγως όσα ορίζονται για την έφεση.

3. Η αίτηση επανάληψης της πειθαρχικής δίκης εξετάζεται από το όργανο που εξέδωσε την πειθαρχική απόφαση, κατά της οποίας στρέφεται η αίτηση, Αν γίνει δεκτή η αίτηση επανάληψης, το πειθαρχικό όργανο εξαφανίζει την πειθαρχική αυτή απόφαση και ερευνά κατ’ ουσίαν την υπόθεση.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΩΝ ΠΟΙΝΩΝ

 

Άρθρο 135 Συνέπειες πειθαρχικών αποφάσεων

Οι τελεσίδικες αποφάσεις των πειθαρχικών οργάνων εκτελούνται υποχρεωτικώς από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως εξής:

α) Το πρόστιμο υπολογίζεται στις αποδοχές, τις οποίες λαμβάνει ο δικαστικός υπάλληλος κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτοβάθμιας πειθαρχικής απόφασης. Η εκτέλεση της απόφασης, με την οποία επιβάλλεται πρόστιμο, γίνεται από τον οικείο εκκαθαριστή των αποδοχών, ο οποίος παρακρατεί το ποσό του προστίμου από τις αποδοχές του πρώτου μήνα μετά την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ή μετά την επίδοση της απόφασης που εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό. Αν το ποσό αυτό είναι ανώτερο από το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου, η παρακράτηση γίνεται σε περισσότερες μηνιαίες δόσεις, που ορίζονται με την απόφαση. Καμία δόση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το ένα τέταρτο (1/4) των μηνιαίων αποδοχών του δικαστικού υπαλλήλου. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποχωρήσει από την υπηρεσία, τα ποσά που οφείλονται εισπράττονται κατά τον Κ.Ε.Δ.Ε.. Τα ποσά προστίμου περιέρχονται στο δημόσιο ταμείο. Αν ο δικαστικός υπάλληλος αποβιώσει, η οφειλή, κατά το ποσό που δεν έχει εισπραχθεί, διαγράφεται.

β) Αν επιβληθεί η ποινή της διακοπής του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη και του δικαιώματος για προαγωγή, ο χρόνος της διακοπής υπολογίζεται από το χρόνο, κατά τον οποίο ο δικαστικός υπάλληλος αποκτά το δικαίωμα για μισθολογική εξέλιξη ή τα τυπικά προσόντα για προαγωγή.

γ) Όποιος τιμωρείται με υποβιβασμό δεν κρίνεται για προαγωγή πριν παρέλθει από την επιβολή της ποινής χρονικό διάστημα ίσο με το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή.

δ) Η εκτέλεση της ποινής της προσωρινής παύσης αρχίζει την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου στο δικαστικό υπάλληλο ή την επόμενη ημέρα από εκείνη, κατά την οποία η απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου έγινε τελεσίδικη. Ο χρόνος της προσωρινής παύσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης της ποινής της προσωρινής παύσης ο δικαστικός υπάλληλος: αα) δεν μπορεί να ασκεί τα υπηρεσιακά του καθήκοντα ούτε άλλη αρμοδιότητα ή καθήκον που έχει ανατεθεί σε αυτόν με την ιδιότητα του ως δικαστικού υπαλλήλου και ββ) στερείται το ήμισυ των αποδοχών του κάθε μήνα. Η παρακράτηση γίνεται από τον εκκαθαριστή των αποδοχών του και το ποσό που παρακρατείται περιέρχεται στο δημόσιο ταμείο.

ε) Αν επιβληθεί η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης, η υπαλληλική σχέση λύεται από την επίδοση στο δικαστικό υπάλληλο της σχετικής απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου ή από την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιας έφεσης κατά την απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού οργάνου. Αν η απόφαση του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού οργάνου δεν επιδοθεί στο δικαστικό υπάλληλο που τιμωρήθηκε μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την έκδοση της, η υπαλληλική σχέση λύεται την τριακοστή ημέρα.

 

Άρθρο 136 Ενέργειες μετά την τελεσιδικία

1. Οι τελεσίδικες πειθαρχικές αποφάσεις των μονομελών πειθαρχικών οργάνων και των πειθαρχικών συμβουλίων διαβιβάζονται, με το σχετικό φάκελο, στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, το οποίο μεριμνά για την εκτέλεση τους. Αν η απόφαση αφορά υπάλληλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία διοικητικού του δικαστηρίου αυτού, η οποία μεριμνά για την εκτέλεση της απόφασης.

2. Οι πειθαρχικές αποφάσεις τίθενται στο προσωπικό μητρώο του δικαστικού υπαλλήλου. Οι πειθαρχικοί φάκελοι φυλάσσονται στο αρχείο της αρμόδιας Υπηρεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή, αν πρόκειται για υπαλλήλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στο αρχείο της αρμόδιας υπηρεσίας του δικαστηρίου αυτού.

 

Άρθρο 137 Διαγραφή πειθαρχικών ποινών

1. Διαγράφονται από το προσωπικό μητρώο των δικαστικών υπαλλήλων και δεν επιτρέπεται εφεξής να αποτελέσουν στοιχεία κρίσης τους:

α) η ποινή της επίπληξης μετά ένα (1) έτος, β) η ποινή του προστίμου μετά δύο (2) έτη, γ) οι ποινές της στέρησης του δικαιώματος για μισθολογική εξέλιξη, της στέρησης του δικαιώματος για προαγωγή, του υποβιβασμού και της προσωρινής παύσης μετά πέντε (5) έτη, αν κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα δεν έχει επιβληθεί στο δικαστικό υπάλληλο οποιαδήποτε νέα πειθαρχική ποινή. Οι παραπάνω προθεσμίες αρχίζουν από την ημερομηνία, κατά την οποία η απόφαση επιβολής της ποινής έγινε τελεσίδικη. Αν μέσα στον παραπάνω χρόνο επιβληθεί νέα πειθαρχική ποινή, η διαγραφή επέρχεται μετά την πάροδο του χρόνου που προβλέπεται γι’ αυτήν, ο οποίος υπολογίζεται από τη λήξη του χρόνου που προβλέπεται για την πρώτη.

2. Ποινές που δεν έχουν εκτελεστεί δεν διαγράφονται

 

ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟΛΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΗΣ ΣΧΕΣΗΣ

Άρθρο 138 Λόγοι λύσης της υπαλληλικής σχέσης

1. Η υπαλληλική σχέση του δικαστικού υπαλλήλου λύεται με το θάνατο, την έκπτωση, την αποδοχή της παραίτησης, την οριστική παύση και την απόλυση λόγω ορίου ηλικίας η συμπλήρωσης τριακονταπενταετούς υπηρεσίας.

2. Οριστική παύση επιβάλλεται στις περιπτώσεις ποινικής καταδίκης, πειθαρχικού παραπτώματος, σωματικής κ’ πνευματικής ανικανότητας και ανυπαίτιας υπηρεσιακής ανεπάρκειας, όπως ορίζεται στα άρθρα 141, 93 παρ. 2, 143 και 144, αντιστοίχως.

 

Άρθρο 139 Έκπτωση λόγω απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας

1. Αν ο δικαστικός υπάλληλος απολέσει την ελληνική ιθαγένεια, εκπίπτει αυτοδικαίως από την υπηρεσία από την ημερομηνία απώλειας της ελληνικής ιθαγένειας, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά από ειδικές διατάξεις.

2. Για την έκπτωση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 140 Παραίτηση

1. Η παραίτηση αποτελεί δικαίωμα του δικαστικού υπαλλήλου και υποβάλλεται εγγράφως.

2. Αίρεση, όρος ή προθεσμία στην παραίτηση θεωρούνται ότι δεν έχουν γραφεί.

3. Η παραίτηση θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί, αν κατά την υποβολή της έχει ασκηθεί ποινική δίωξη νια κακούργημα ή για πλημμέλημα από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 περιπτώσεις α’ και δ’ ή πειθαρχική δίωξη για παράπτωμα που μπορεί να επισύρει την ποινή της οριστικής παύσης. Αν δεν εκδοθεί οριστική απόφαση από το πειθαρχικό συμβούλιο μέσα σε ένα (1) έτος από την άσκηση της πειθαρχικής δίωξης, ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να υποβάλει παραίτηση, εφόσον δεν εκκρεμεί ποινική δίωξη καταυτού για τα παραπάνω εγκλήματα.

4. Ο δικαστικός υπάλληλος δικαιούται να ανακαλέσει εγγράφως τη δήλωση παραίτησης μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την υποβολή της. Αν ο δικαστικός υπάλληλος ανακαλέσει τη δήλωση παραίτησης του, δεν επιτρέπεται να υποβάλει νέα πριν παρέλθει έτος από την ανάκληση.

5. Η παραίτηση γίνεται αποδεκτή με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, Η πράξη αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί πριν παρέλθουν δύο (2) μήνες από την υποβολή της δήλωσης παραίτησης, εκτός αν ο δικαστικός υπάλληλος ζητήσει ρητώς την άμεση αποδοχή της. Η λύση της υπαλληλικής σχέσης επέρχεται σύμφωνα με το άρθρο 146.

6. Αν παρέλθει άπρακτο τρίμηνο από την υποβολή της, η δήλωση παραίτησης θεωρείται ότι έχει γίνει αποδεκτή την πρώτη ημέρα μετά τη συμπλήρωση του τριμήνου και η υπαλληλική σχέση λύεται αυτοδικαίως από την ίδια χρονολογία. Για τη λύση στην περίπτωση αυτήν εκδίδεται διαπιστωτική πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται, σε περίληψη, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

7. Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που ρυθμίζουν την παραίτηση στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47 ή σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο 141 Παύση λόγω ποινικής καταδίκης

1. Ο δικαστικός υπάλληλος παύεται οριστικά από την υπηρεσία αν καταδικαστεί με δικαστική απόφαση για τα αδικήματα και τις ποινές που προβλέπονται στις περιπτώσεις α’ και δ ‘ του άρθρου 6.

2. Η οριστική παύση επιβάλλεται ως παρεπόμενη ποινή με την καταδικαστική απόφαση.

3. Αν το δικαστήριο παραλείψει να επιβάλει την οριστική παύση, ο εισαγγελέας εισάγει αμέσως την υπόθεση στο δικαστήριο, το οποίο έχει την υποχρέωση να συμπληρώσει την απόφαση με την επιβολή της παρεπόμενης αυτής ποινής.

4. Τα αποτελέσματα της οριστικής παύσης επέρχονται από την ημερομηνία, κατά την οποία καθίσταται αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση.

Για την παύση εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης διαπιστωτική πράξη, περίληψη της οποίας δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Άρθρο 142 Επαναφορά στην υπηρεσία μετά την παύση

1. Ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε από την υπηρεσία σύμφωνα με το άρθρο 141 δεν επιτρέπεται να επανέλθει σε αυτήν σε περίπτωση αποκατάστασης, χάρης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο άρσης του αξιόποινου της πράξης ή άρσης ή μεταβολής των συνεπειών της καταδίκης.

2. Κατεξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος που παύθηκε, επανέρχεται αν εκδοθεί κατά το άρθρο 47 παράγραφος 1 του Συντάγματος προεδρικό διάταγμα, με το οποίο αίρονται οι συνέπειες της καταδίκης και ως προς την παύση. Στην περίπτωση αυτήν ο δικαστικός υπάλληλος επανέρχεται ύστερα από αίτηση του με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο που έφερε κατά την παύση. Η επαναφορά είναι υποχρεωτική για την υπηρεσία, αν η αίτηση υποβληθεί μέσα σε τρεις (3) μήνες από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος. Η πράξη επαναφοράς στην υπηρεσία εκδίδεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης το αργότερο μέσα σε δύο (2) μήνες από την υποβολή της αίτησης και δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Αν δεν υπάρχει κενή θέση, συνιστάται προσωρινή θέση με την πράξη της επαναφοράς και ο δικαστικός υπάλληλος καταλαμβάνει αυτοδικαίως την πρώτη θέση που θα κενωθεί στον κλάδο του.

 

Άρθρο 143 Οριστική παύση για σωματική ή πνευματική ανικανότητα

1. Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, αν διαπιστωθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 86 παράγραφος 3, σωματική ή πνευματική ανικανότητα του για την εκτέλεση καθηκόντων δικαστικού υπαλλήλου.

2. Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκηση της δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

 

Άρθρο 144 Οριστική παύση για υπηρεσιακή ανεπάρκεια χωρίς υπαιτιότητα

1. Επιτρέπεται η απόλυση δικαστικού υπαλλήλου, ο οποίος χωρίς υπαιτιότητα του επιδεικνύει ανεπάρκεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Για την απόλυση απαιτείται αιτιολογημένη απόφαση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, που εκδίδεται ύστερα από κλήση του δικαστικού υπαλλήλου για παροχή εξηγήσεων.

2. Κατά της απόφασης για την οριστική παύση, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, επιτρέπεται προσφυγή στο αρμόδιο δευτεροβάθμιο δικαστικό (υπηρεσιακό) συμβούλιο. Η προθεσμία της προσφυγής και η άσκηση της έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Μετά την έκδοση απορριπτικής απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου ή την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής, ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται με πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που δημοσιεύεται σε περίληψη στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

 

Άρθρο 145 Απόλυση λόγω ορίου ηλικίας και τριακονταπενταετίας

1. Ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το εξηκοστό πέμπτο (65ο) έτος της ηλικίας του.

2. Κατ’ εξαίρεση ο δικαστικός υπάλληλος απολύεται αυτοδικαίως από την υπηρεσία όταν συμπληρώσει το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας και τριανταπέντε (35) ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία. Αν ο δικαστικός υπάλληλος κατά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ου) έτους της ηλικίας του δεν έχει συμπληρώσει τριανταπέντε ετών πραγματική και συντάξιμη δημόσια υπηρεσία, παρατείνεται η παραμονή του στην υπηρεσία έως τη συμπλήρωση της υπηρεσίας αυτής και πάντως όχι πέρα από το εξηκοστό έβδομο (67ο) έτος της ηλικίας.

3. Ως ημέρα γέννησης, για την εφαρμογή των προηγούμενων παραγράφων, θεωρείται η 31η Δεκεμβρίου του έτους γέννησης του δικαστικού υπαλλήλου.

4. Ως πραγματική δημόσια υπηρεσία θεωρείται κάθε υπηρεσία που έχει παρασχεθεί στο Δημόσιο, νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης με σχέση εργασίας δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου ή αναγνωρίζεται ως πραγματική δημόσια υπηρεσία με βάση ειδικές διατάξεις. Η υπηρεσία που έχει παρασχεθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσμετράται για τη συμπλήρωση τριακονταπενταετίας εφόσον, με βάση ειδικές διατάξεις, έχει ληφθεί υπόψη για το διορισμό, την ένταξη, τη μονιμοποίηση, τη βαθμολογική εξέλιξη ή την με οποιονδήποτε τρόπο μισθολογική εξέλιξη του δικαστικού υπαλλήλου και επιπλέον αναγνωρίζεται ως συντάξιμη από το Δημόσιο. Ο χρόνος στράτευσης πριν την έναρξη της υπαλληλικής σχέσης δεν θεωρείται χρόνος πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας.

5. Τρεις (3) μήνες τουλάχιστον πριν τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας εκδίδεται και κοινοποιείται στο δικαστικό υπάλληλο πράξη, με την οποία βεβαιώνεται αιτιολογημένα ο χρόνος της συντάξιμης υπηρεσίας. Για την άρση τυχόν αμφισβήτησης ως προς τη συμπλήρωση συντάξιμου χρόνου τριανταπέντε (35) ετών, τηρείται η διαδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 1232/1982 (ΦΕΚ 22 Α ), όπως κάθε φορά ισχύει.

 

Άρθρο 146 Χρόνος λύσης της υπαλληλικής σχέσης

Εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες προβλέπεται αυτοδίκαιη λύση, η υπαλληλική σχέση λύεται από την κοινοποίηση στον ενδιαφερόμενο της σχετικής πράξης του Υπουργού Δικαιοσύνης. Αν η πράξη αυτή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από τη δημοσίευση της, η υπαλληλική σχέση λύεται από τη δημοσίευση της, η υπαλληλική σχέση λύεται την επόμενη ημέρα από την πάροδο του εικοσαημέρου.

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

 

Άρθρο 147 Κατάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων

1. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας, στην οποία έχουν διοριστεί η ανήκουν σύμφωνα με ειδικές διατάξεις. Η κατάταξη γίνεται με βάση το συνολικό χρόνο της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20 και 66, Χρόνος που τυχόν πλεονάζει θεωρείται ότι έχει διανυθεί στο βαθμό της κατάταξης Για την κατάταξη δεν υπολογίζεται: α) ο χρόνος που δεν λαμβάνεται υπόψη για τη βαθμολογική εξέλιξη σύμφωνα με το άρθρο 69, β) το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο στερήθηκε ο δικαστικός υπάλληλος το δικαίωμα για προαγωγή, γ) ένα (1) έτος για κάθε κρίση του δικαστικού υπαλλήλου ως μη προακτέου και δ) αν έχει επιβληθεί η πειθαρχική ποινή του υποβιβασμού, χρονικό διάστημα ίσο προς το ήμισυ του χρόνου που απαιτείται για προαγωγή.

2. Αν ο χρόνος της πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας δικαστικού υπαλλήλου είναι μικρότερος από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρο 66 για την προαγωγική εξέλιξη στο βαθμό, τον οποίο κατέχει, η κατάταξη του γίνεται στο βαθμό αυτόν. Στην περίπτωση αυτήν ο χρόνος που απαιτείται για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό αρχίζει από την κατά τα ανωτέρω κατάταξη του.

3. Για την κατάταξη των δικαστικών υπαλλήλων κατά τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εκδίδεται πράξη του προϊσταμένου της αρμόδιας για θέματα προσωπικού διεύθυνσης του Υπουργείου Δικαιοσύνης.

 

Άρθρο 148 Μετάταξη υπηρετούντων δικαστικών υπαλλήλων

1. Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα και κατά το διορισμό τους είχαν τα τυπικά προσόντα κατηγορίας ανώτερης από αυτήν, στην οποία διορίστηκαν, μετά τη συμπλήρωση πενταετούς υπηρεσίας από το διορισμό τους επιτρέπεται να μεταταγούν σε κενή θέση κλάδου της ανώτερης κατηγορίας, του οποίου έχουν το προβλεπόμενο από τις οικείες οργανικές διατάξεις τυπικό προσόν διορισμού. Αν δεν υπάρχουν κενές θέσεις στον κλάδο, στον οποίο γίνεται η μετάταξη, οι μετατασσόμενοι καταλαμβάνουν αντίστοιχες προσωρινές θέσεις που συνιστώνται με την πράξη της μετάταξης.

2. Όσοι μετατάσσονται σε προσωρινές θέσεις κατά την προηγούμενη παράγραφο καταλαμβάνουν τις πρώτες θέσεις που θα κενωθούν στον οικείο κλάδο. Στην περίπτωση αυτή οι προσωρινές θέσεις, τις οποίες κατείχαν, καταργούνται αυτοδικαίως. Κατά το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο οι μετατασσόμενοι κατέχουν προσωρινές θέσεις, δεν πληρούται με διορισμό ίσος αριθμός θέσεων του κλάδου, από τον οποίο διενεργήθηκε η μετάταξη.

3. Δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα και έχουν τυπικά προσόντα ανώτερης κατηγορίας, τα οποία δεν προβλέπονται για κανένα κλάδο δικαστικών υπαλλήλων, μπορούν να μεταταγούν σε κλάδο παρεμφερών ή συναφών, κατά την κρίση του δικαστικού (υπηρεσιακού) συμβουλίου, τυπικών προσόντων ή, εφόσον δεν υπάρχουν κλάδοι παρεμφερών ή συναφών προσόντων, σε προσωρινές θέσεις προσωρινού κλάδου που συνιστώνται με την απόφαση της μετάταξης και καταργούνται αυτοδικαίως με την αποχώρηση των δικαστικών υπαλλήλων που τις καταλαμβάνουν.

4. Η μετάταξη κατά τις προηγούμενες παραγράφους διενεργείται ύστερα από αίτηση που υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους στην υπηρεσία τους μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

5. Σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις των κλάδων πληροφορικής του ίδιου ή άλλου τομέα μετατάσσονται, ύστερα από αίτηση τους δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα και έχουν τα προβλεπόμενα από τις προϊσχύουσες διατάξεις τυπικά προσόντα για την κατάληψη των θέσεων αυτών. Η αίτηση υποβάλλεται στην υπηρεσία του αιτούντος σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα. Ειδικά για τις υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις των κλάδων ΔΕ Πληροφορικής και ΔΕ Δακτυλογράφων – Χειριστών Η/Υ επιτρέπεται να μεταταγούν και δικαστικοί υπάλληλοι με τα τυπικά για την κατηγορία ΔΕ προσόντα που προβλέπονται στο άρθρο 19 και σχετική, κατά ειδικότητα, εμπειρία τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον δεν υπηρετούν υπάλληλοι με τα τυπικά προσόντα που προβλέπονται από τις προϊσχύουσες διατάξεις για την κατάληψη των θέσεων αυτών ή ο αριθμός εκείνων που έχουν τα προσόντα αυτά και έχουν υποβάλει σχετική αίτηση μετάταξης υπολείπεται του αριθμού των κενών κατά κλάδο οργανικών θέσεων.

6. Για τις μετατάξεις που προβλέπονται στις προηγούμενες παραγράφους έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 83.

7. Οι δικαστικοί υπάλληλοι που υπηρετούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα επιτρέπεται μέσα σε μία τριετία οπό την έναρξη της ισχύος του να μετατάσσονται, με αίτηση τους, σε κενή θέση κλάδου υπηρεσιών του Υπουργείου Δικαιοσύνης ή άλλου Υπουργείου ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, για τον οποίο έχουν τα απαιτούμενα κατά τις οικείες οργανικές διατάξεις τυπικά προσόντα. Η μετάταξη γίνεται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία που προβλέπονται στις παραγράφους 4 περιπτώσεις β’, γ και 6 του άρθρου 84. Για την κατάταξη όσων μετατάσσονται με βάση την παρούσα παράγραφο εφαρμόζεται η παράγραφος 7 του άρθρου 84.

 

Άρθρο 149 Δικαστικά (Υπηρεσιακά) Συμβούλια

1. Έως τη συγκρότηση των δικαστικών (υπηρεσιακών) συμβουλίων κατά τις διατάξεις του άρθρου 22, εξακολουθούν να λειτουργούν τα υφιστάμενα κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

2. Έως την έκδοση της υπουργικής απόφασης που προβλέπεται από την παράγραφο 12 του άρθρου 22, εφαρμόζονται οι διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα.

 

Άρθρο 150 Ανάκληση διορισμού – Αναδιορισμός

1. Οι διατάξεις του άρθρου 14 εφαρμόζονται και για τους διορισμούς που έγιναν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

2. Οι διατάξεις του άρθρου 15 εφαρμόζονται και για τους δικαστικούς υπαλλήλους που εξήλθαν της υπηρεσίας πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα.

 

Άρθρο 151

Θητεία υπηρετούντων προϊσταμένων Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος προϊστάμενοι γενικών διευθύνσεων, διευθύνσεων, τμημάτων, αυτοτελών γραφείων ή αντίστοιχου επιπέδου οργανικών μονάδων εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως τη λήξη της θητείας, για την οποία έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.

 

Άρθρο 152 Δήλωση περιουσιακών στοιχείων

Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κώδικα οι δικαστικοί υπάλληλοι έχουν υποχρέωση να υποβάλουν δήλωση περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με το άρθρο 54, μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

 

Άρθρο 153 Πειθαρχικές διατάξεις

1. Για τη δίωξη πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχουν τελεστεί πριν την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος Κώδικα, εφόσον δεν έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά την ημερομηνία αυτή, εφαρμόζονται οι διαδικαστικές και ουσιαστικές διατάξεις του Κώδικα.

2. Για τα πειθαρχικά παραπτώματα, για τα οποία κατά τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα έχει ασκηθεί πειθαρχική δίωξη χωρίς να έχει εκδοθεί οριστική απόφαση, εφαρμόζονται οι προϊσχύουσες ουσιαστικές διατάξεις. Ως προς τα θέματα διαδικασίας εφαρμόζονται εφεξής στις περιπτώσεις αυτές οι διατάξεις του παρόντος Κώδικα και οι σχετικές δίκες μεταβιβάζονται στα όργανα που προβλέπονται από τον Κώδικα.

3. Το επιτρεπτό της προσβολής σε δευτεροβάθμιο πειθαρχικό όργανα των αποφάσεων που εκδόθηκαν πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα κρίνεται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις. Στις υποθέσεις, στις οποίες κατά τη δημοσίευση του Κώδικα εκκρεμεί έφεση που έχει ασκηθεί παραδεκτώς σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, εφαρμόζονται εφεξής οι διαδικαστικές διατάξεις του Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές το εμπρόθεσμο της έφεσης κρίνεται με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις αν η προθεσμία για την άσκηση της κινήθηκε πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα.

4. Για την παραγραφή πειθαρχικών παραπτωμάτων που έχουν τελεστεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα, εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτού αν είναι ευνοϊκότερες.

 

Άρθρο 154 Έκδοση κανονιστικών πράξεων

1. Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις που ισχύουν κατά τη δημοσίευση του, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

2. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κώδικα τα προεδρικά διατάγματα και οι υπουργικές αποφάσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 18 παρ. 2 εδάφιο πρώτο. 19 παρ. 5, 61 παρ. 5, 63 παρ. 5 και 64 παρ. 4 εκδίδονται μέσα σε ένα (1) έτος και όσα προβλέπονται από τα άρθρα 8 παρ. 3 και 4, 22 παρ. 12, 25 παρ. 4, 36 παρ. 3 και 62 παρ. 12 μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του Κώδικα.

 

Άρθρο 155 Σχηματισμός προσωπικών μητρώων

1. Οι υπηρεσιακές μονάδες που τηρούν τους ατομικούς φακέλους των δικαστικών υπαλλήλων, με ευθύνη των προϊσταμένων τους, σχηματίζουν τα προσωπικά μητρώα σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 61 και καταστρέφουν τα στοιχεία των ατομικών φακέλων, τα οποία δεν περιλαμβάνονται σε εκείνα που καταχωρούνται στο προσωπικό μητρώο σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Η παράλειψη των υπόχρεων να εφαρμόσουν το προηγούμενο εδάφιο συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.

2. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης ορίζεται η διαδικασία καταστροφής των ατομικών φακέλων, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, τάσσεται προθεσμία μέσα στην οποία οι υπηρεσίες οφείλουν να ολοκληρώσουν την καταστροφή και να σχηματίσουν τα προσωπικά μητρώα και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με την ίδια απόφαση μπορεί να προβλέπεται και δυνατότητα παράδοσης στο δικαστικό υπάλληλο, ύστερα από αίτηση του, των στοιχείων που δεν είναι καταχωρητέα στο προσωπικό μητρώο.

 

Άρθρο 156 Γνωμοδότηση για την έκδοση διοικητικών πράξεων

Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται γνώμη της Ο.Δ.Υ.Ε. ή του Συλλόγου Υπαλλήλων Ελεγκτικού Συνεδρίου για την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, υπουργικών αποφάσεων ή άλλων διοικητικών πράξεων που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα, αυτή πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη λήψη του σχετικού ερωτήματος. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η πράξη μπορεί να εκδοθεί και χωρίς την παραπάνω γνώμη.

 

Άρθρο 157 Κατάργηση διατάξεων

1. Καταργούνται το ν.δ. 1025/1971 (ΦΕΚ 228 Α’) εκτός από τα άρθρα 42 και 43, ο ν. 294/1976 (ΦΕΚ 82 Α’), το π.δ. 245/1978 (ΦΕΚ 54 Α1), Ο ν. 965/1979 (ΦΕΚ 210 Α’), το π.δ. 162/1984 (ΦΕΚ 54 Α’), το άρθρο 27 του ν. 1805/1988 (ΦΕΚ 199 Α’), οι παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 15 του ν. 1835/1989 (ΦΕΚ 76 Α’) και κάθε διάταξη της νομοθεσίας για τους δικαστικούς υπαλλήλους αντίθετη προς τον Κώδικα.

2. Κάθε διάταξη γενική ή ειδική που είναι αντίθετη προς τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα ή αναφέρεται σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν δεν εφαρμόζεται στους δικαστικούς υπαλλήλους.

 

Άρθρο δεύτερο

Έναρξη ισχύος

 

  1. Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει τρεις (3) μήνες μετά τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.
  2. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου αρχίζει η ισχύς: α) των άρθρων 1 έως και 15 του Κώδικα που κυρώνεται με το άρθρο πρώτο, με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, β) των άρθρων 92 έως και 137, γ) των εξουσιοδοτικών διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 2, 5 παρ. 3, 8 παρ. 3 και 4, 18 παρ. 2, 19 παρ. 5, 22 παρ. 2, 25 παρ. 4, 32 παρ. 2, 34 παρ. 1, 36 παρ. 3, 38 παρ. 2, 42 παρ. 12, 63 παρ. 5, 61 παρ. 5, 62 παρ. 12, 63 παρ. 5, 64 παρ. 4 και 155 παρ. 2 και δ) του άρθρου 156 του ίδιου Κώδικα.
  3. Το ανώτατο όριο ηλικίας που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 για το διορισμό με τυπικό προσόν τίτλο υποχρεωτικής ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης αρχίζει να ισχύει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση του παρόντος Κώδικα. Το ανώτατο όριο που ορίζεται στην ίδια διάταξη για το διορισμό με τυπικό προσόν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αρχίζει να ισχύει δύο (2) έτη από τη δημοσίευση του Κώδικα αυτού.